Ερωτικές Ιστορίες – Μια καλοκαιρινή νύχτα με τη Στέλλα στο περίπτερο

Να σου πω, δεν τα ‘χα πει ποτέ τούτα σε άνθρωπο. Μα, τώρα που κάθομαι μοναχός στο κουζινάκι μ’ ένα ποτήρι κρασί, κάτι με σπρώχνει να τα βγάλω παραέξω τούτα που κουβαλάω καιρό μες στο στήθος. Ήταν μια βραδιά απ’ αυτές που δεν ξεχνάς, όσα χρόνια κι αν τραβήξεις μετά. Παρασκευή ήταν θυμάμαι, κατακαλόκαιρο, τέλη Ιούλη. Κι ήμουνα φουλ κουρασμένος απ’ το μεροκάματο, έσταζα ιδρώτα, μα μόλις χτύπησε το τηλέφωνο, ένιωσα τη γη να κουνιέται κάτω απ’ τα πόδια μου.

Ήτανε η Στέλλα. Τη δούλευε σ’ ένα περίπτερο λίγο πιο κάτω απ’ τη λαϊκή, πάντα μ’ ένα αέρα ανεξήγητο, πάντα με τα μάτια που δεν ήξερες αν γελάνε ή σε κοροϊδεύουν. Λίγο μεγαλύτερή μου, πάντα περιποιημένη, με το δικό της το στυλ. Μου λέει, «Εε, ψυχή, απόψε θα ‘ρθεις εδώ στο περίπτερο; Έκοψα βάρδια πιο νωρίς, κι είπα να σε δω μια βόλτα». Τι να πεις σ’ αυτό, της λέω ναι, και ήδη ένιωθα το αίμα να χτυπά δυνατά στ’ αυτιά μου.

Φτάνω κατά τις έντεκα. Η γειτονιά ήσυχη, λάμπες μισοκαμμένες, μόνο δυο γατιά κυνηγιούνται στο πεζοδρόμιο. Είχε ακουμπήσει στην τζαμαρία, φόραγε μια φουστίτσα αέρινη, κι ένα μπλουζάκι που δεν ήξερα πού να κοιτάξω χωρίς να φαίνομαι χαζός. Μ’ είδε κι άναψε το χαμόγελο, το δικό της εκείνο, που ήξερε να βγάζει τον κόσμο απ’ την τροχιά του.

«Τσιγάρο έχεις;» μου λέει πρώτη κουβέντα. Της δίνω το πακέτο κι έρχεται κοντά μου να το ανάψει από μένα. Τα χέρια μας λίγο αγγίχτηκαν – ρε φίλε, σαν να ‘φαγα ρεύμα. Μείναμε έτσι να κοιταζόμαστε. Το χέρι της ακόμα πάνω στο δικό μου, τα τσιγάρα ήταν δικαιολογία. Ξεκουμπώνει με το ζόρι, ρίχνει ένα βλέμμα πίσω, τα φώτα του περιπτέρου έσβηναν νωχελικά.

«Πάμε μια βόλτα;» μου ψιθυρίζει. Δίπλα στην εκκλησία έχει κάτι παγκάκια κάτω απ’ τα δέντρα, πάμε και καθόμαστε. Δεν μιλάμε – κι οι δυο ξέρουμε. Τα μαρμάρινα σκαλιά, τα χέρια μας να γλιστράνε σιγά-σιγά ένα μέσα στ’ άλλο. Τα δάχτυλά της παίζουν με τον αντίχειρά μου· εγώ δεν τολμάω να ξεκολλήσω τα μάτια απ’ τη φούστα της που σηκώθηκε λίγο στα γόνατα. Τρέμω, αλήθεια τρέμω. Ζέστη δεν ήταν – ήταν το άλλο, αυτή η ηλεκτρισμένη σιωπή που δεν έχεις μάθει να ζεις.

Μου λέει – με τη φωνή μισοσπασμένη – «Έχεις σκεφτεί πώς θα ‘ταν να ζούσαμε αλλιώς; Όχι στη ζούλα;». Την κοιτάζω. Δεν θέλω να μιλήσω, άμα μιλήσω θα το χαλάσω, το νιώθω. Της πιάνω το μάγουλο, εκεί που έχει μια μικρή ελιά, και της λέω, «Και μόνο που το είπες, το ζω τώρα». Να φύγει η λογική – να μείνει μόνο αυτό το μεταξύ μας.

Με πλησιάζει, δεν φιλιόμαστε αμέσως, πρώτα είναι τα βλέμματά μας που αγγίζουν και λιώνουν. Πιάνει τ’ αυτί μου, το χαϊδεύει σα να ψάχνει βλέπεις αν είναι αληθινό όλο αυτό. Μια ανάσα, ύστερα δύο. Μου λέει με μισάνοιχτα χείλη, «Θέλω να μείνουμε έτσι λίγο». Κουμπώνω το χέρι γύρω της, ξαπλώνει στο στήθος μου, δυνατά, να βλέπει τ’ αστέρια και, πού και πού, να βάζει το χέρι της κάτω απ’ το μπλουζάκι μου, τόσο-τόσο διακριτικά, όπως χαϊδεύεις παιδί που φοβάται το σκοτάδι.

Τα δέντρα πάνω μας κάτι ψιθυρίζαν, κι ήμουνα έτοιμος να της πω όλα όσα είχα κρατήσει μέσα μου χρόνια. Δεν το είπα, όμως. Το κράτησα για όταν – γιατί πάντα σε τέτοιες στιγμές λες, μπορεί να μην υπάρξει ξανα τέτοιο βράδυ. Μένουμε έτσι – μέχρι που σειρά τα ρολόγια, κι η νύχτα να γίνεται πιο παχιά και βαριά.

Σηκωνόμαστε αργά. Δεν θέλουμε να φύγει ο ένας απ’ τον άλλο – το βλέπω στα μάτια της. Βαδίζουμε, όχι χέρι-χέρι, τάχα μου τυχαία που λένε, αλλά τα χέρια μας ακουμπάνε ξανά και ξανά. Μπροστά στην πόρτα της, κοιτάει πίσω, μετά εμένα. Η φωνή της χαμηλή σαν προσευχή: «Δεν ξέρω τι βράδια είναι αυτά, αλλά ήθελα να σ’ ευχαριστήσω». Δεν αφήνω στιγμή να χαθεί – της ακουμπάω το μέτωπο με το δικό μου, σαν όρκο μυστικό, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω.

Βάλαμε τα γέλια, σαν παιδιά σκαμμένα από το βάρος της μέρας που έφυγε, σαν να βγάλαμε από πάνω μας μια σκιά. Φεύγω, μα πριν προλάβω να στρίψω, μπαίνει ξανά μες στην είσοδο, κι εγώ μένω εκεί να μυρίζω το άρωμά της στο δέρμα μου – ένα γλυκό, πικρό μείγμα καλοκαιριού και ανείπωτης επιθυμίας. Ε, κι από τότε κάθε που πλησιάζει καλοκαίρι, πάντα θυμάμαι και πονάει και γλυκαίνει το ίδιο.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.