Ερωτικές Ιστορίες – Η νύχτα που ο Βαγγέλης γνώρισε την Κατερίνα

Η αλήθεια είναι πως άμα δεν σου τύχει, δεν το πιστεύεις. Ότι μια βραδιά μπορεί να κρατήσει μέσα σου για μήνες, ίσως και χρόνια. Δεν ξέρω αν παίζει ρόλο η ηλικία, η φάση που βρίσκεσαι, ή οι άνθρωποι που συναντάς – στο δικό μου μυαλό ήμουνα ένας σαραντάρης, που δούλευε όλη μέρα, έτρωγε στην τηλεόραση, και γενικά δεν περίμενα τίποτα ιδιαιτέρως να συμβεί ξαφνικά.

Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ Παρασκευής, στη γιορτή μιας φίλης – η Ελίνα, μικροκαμωμένη, γελαστή, αυτά που λένε “ψυχή της παρέας”. Μου είχε πει να πάω, κι ας βαριόμουνα. Στην παρέα της εκείνο το βράδυ ήταν και η Κατερίνα. Δεν την είχα ξαναδεί, και αν με ρωτήσεις πώς την πρόσεξα – ήταν τα μάτια της, σοβαρά στο πρώτο λεπτό, αστεία στο δεύτερο, με ένα βλέμμα που δεν ήξερες αν σου κάνει πλάκα ή αν μετράει τα λόγια σου.

Έκατσα απέναντι της τυχαία, με βαρεμάρα αντί για όρεξη για κουβέντα. Την ώρα που γελούσαμε με κάποιους άλλους, είπα μια ατάκα, σιγανή και λίγο ειρωνική – γέλασε μόνο εκείνη. Με κοίταξε, χωρίς να πει τίποτα, και χαμογέλασε πλάγια. Από εκείνη την ώρα ήξερα ότι κάτι γίνεται, κι ας μην μπορούσα να το περιγράψω.

Μετά τα πρώτα κρασιά, μιλούσαμε όλο και πιο κοντά. Αυτοί οι διάλογοι που νιώθεις ότι, αν τους σταματήσεις για ένα λεπτό, θα γίνουν μιλιά ή χάδι. Μια στιγμή, μιλώντας για ταινίες που μας αρέσουν, ήρθε πιο κοντά, κι ένιωσα την ανάσα της – όχι κατά λάθος, γιατί μερικά πράγματα τα καταλαβαίνεις. Τα φώτα είχαν χαμηλώσει, η μουσική ήταν απ’ αυτές τις παλιές ελληνικές μπαλάντες που σου φτιάχνουν κεφάλι, και οι φίλοι μας είχαν χωριστεί σε μικρά πηγαδάκια.

Όταν πήγαμε να βγάλουμε τσιγάρο στο μπαλκόνι, έριξα το σακάκι μου πάνω από τα γυμνά της μπράτσα. Την άγγιξα τόσο απαλά που έτρεμα μην φανεί ότι το έκανα επίτηδες. Είπα σαχλαμάρες, εκείνη χαμογελούσε. Έμεινα να κοιτάω πώς έβγαζε τον καπνό απ’ το στόμα – έχει κάτι το ερωτικό αυτή η κίνηση κάποιες φορές, δεν ξέρω. Αυτές, οι σιωπές, είναι που με μαγνητίζουν – όταν δεν λέγεται τίποτα, αλλά καταλαβαίνεις ότι αλλάζει ο αέρας ανάμεσα σας.

Γυρίσαμε μέσα, αλλά πια εγώ κοιτούσα πότε θα βρεθούμε ξανά κάπως πιο μόνοι μας. Τα χέρια της άγγιξαν το μπράτσο μου, χωρίς λόγο, πάνω σε μια ιστορία που διηγιόμουν δήθεν για να φανώ αστείος. Οι άλλοι τίποτα δεν κατάλαβαν – εγώ όμως, άναψα. Μετά από λίγο, μου λέει, “Θες να πάμε βόλτα;”, σαν να ήθελε κι εκείνη διέξοδο.

Κατεβήκαμε στον δρόμο. Δεν ξέραμε πού πάμε – περπατούσαμε δίπλα-δίπλα, φτάσαμε κοντά στο περίπτερο. Μιλούσαμε πια σοβαρά, για σχέσεις, μοναξιές, για τις βραδιές που τελειώνουν και λες “αύριο πάλι τα ίδια”. Κάποια στιγμή σταμάτησε, έγειρε πάνω μου, το χέρι της έπιασε το δικό μου και τρίφτηκε απλώς ο αντίχειράς της στη ράχη της παλάμης μου – κάτι τόσο μικρό, αλλά ήταν σαν να με διαπερνούσε ρεύμα. Σταμάτησα, γύρισα και την κοίταξα. Μείναμε έτσι, ακίνητοι, για ένα δύο δευτερόλεπτα που μέσα μου φάνηκαν αιώνες.

“Δεν ξέρω…” μου ψιθύρισε. “Ούτε εγώ”, είπα, αλλά είχα πλησιάσει ακόμα πιο κοντά. Σαν σε σινεμά που περιμένεις τη σκηνή που επιτέλους τα χείλη συναντιούνται, μόνο που όλα είναι αληθινά και εντελώς απρόβλεπτα. Την αγκάλιασα, ήσυχα, χωρίς πίεση – κι εκείνη χώθηκε στο στήθος μου λες και κούμπωσε κάτι που έψαχνε μέρες. Με βρήκε με ένα δικό της, γρήγορο φιλί, στο σαγόνι. Αυτό ήταν. Ένιωσα να μου φεύγουν τα γόνατα.

Άρχισε να βρέχει – λες και μας έφτιαχνε σκηνικό κάποιος από ψηλά. Τρέξαμε κάτω από μια στέγη, γελώντας, αγκαλιά. Η καρδιά μου χτυπούσε λες και ήμουνα πάλι πιτσιρικάς, όχι γερασμένος και δύσπιστος όπως νόμιζα. Την φίλησα. Όλα όσα σκεφτόμουν εξαφανίστηκαν. Ούτε λογαριασμοί, ούτε κιλά, ούτε χρόνια – όλο το βράδυ ήταν ένα ζεστό άγγιγμα στο μάγουλό της, κι εκείνη να με κοιτάει ίσια στα μάτια και να μου χαμογελάει.

Επιστρέψαμε στην παρέα αργά, βρεγμένοι και με το πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο. Κανείς δεν ρώτησε τίποτα, μόνο που η Ελίνα μου γέλασε πονηρά και μου έκλεισε το μάτι. Εκείνο το βράδυ, όταν είπαμε να φύγουμε, μου πρότεινε να την πάω σπίτι της με τα πόδια – κούνησα το κεφάλι, φυσικά, και περπατήσαμε στη βροχή, αγκαζέ, αμίλητοι σχεδόν σ’ όλη τη διαδρομή. Η πόρτα του σπιτιού της έκλεισε πίσω μας σιγά, μόνο τα βρεγμένα μας ρούχα ακούγονταν. Εκείνη στάθηκε μπροστά μου, με κοίταξε πάλι με κείνο το βλέμμα που σε τρομάζει και σε καλεί ταυτόχρονα.

Αυτό που λένε ότι κάθε γλώσσα έχει λέξεις για να περιγράψει τον έρωτα, εγώ το έζησα εκείνο το βράδυ χωρίς καμία λέξη. Μόνο δέρμα και ανάσες. Τίποτα βιαστικό, τίποτα στημένο – όλα αβίαστα. Ενιωθα τα χέρια μας να πλέκονται φυσικά, όπως οι φλόγες γλιστράνε σε χαρτί. Χαθήκαμε ο ένας στον άλλο, λέγοντας μόνο μικρές κουβέντες στο αυτί, χωρίς φώτα, μόνο το φως που έμπαινε από το παράθυρο, και τη βροχή να κοπανάει στο τζάμι.

Δεν ξέρω τι κράτησε παραπάνω – το φιλί της ή το βλέμμα της. Ήταν από τα βράδια που ξέρεις ότι τα κουβαλάς μαζί σου, ανεξαρτήτως αν συνεχίσεις, αν χωρίσεις, αν δεν ξαναβρεθείτε ποτέ ακριβώς όπως τότε. Μείναμε ξύπνιοι ως τα χαράματα, κι όταν ξύπνησα το πρωί, την είδα να κοιμάται με μια ηρεμία στο πρόσωπο που με απογείωσε. Έφυγα αργά το μεσημέρι – χωρίς μεγάλα λόγια ή υποσχέσεις. Μόνο μια υπόσχεση στον εαυτό μου να μην ξεχάσω πώς ένιωσα εκείνο το βράδυ.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βαγγέλης.