Δεν θα σου πω ψέματα, δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος που πίστευα στα στιγμιαία, στα κεραυνοβόλα και τα μοιραία. Πάντα ήμουν της ρουτίνας, της καθημερινότητας, καφές στις εφτά, δουλειά, σπίτι, τα ίδια κι απαράλλαχτα. Μέχρι που ήρθε εκείνο το βράδυ — και να σου πω την αλήθεια, ακόμα να το χωνέψω.
Ήταν Παρασκευή, μουντή, με μια ψιχάλα νωχελική να μουλιάζει τα πεζοδρόμια. Με είχε τραβήξει ο κολλητός μου, ο Λεωνίδας, στο παλιό μας στέκι, ένα από αυτά τα ταβερνάκια στην Καλλιθέα που μυρίζουν τσίπουρο και τζατζίκι. Δεν είχα και κέφι, αλλά είπα «ας πάω, μην μου τρώει τα αυτιά όλο το Σαββατοκύριακο». Κόσμος, φασαρία, γέλια. Κάθισα στο καπάκι της παρέας, δίπλωσα τα χέρια, άναψα ένα τσιγάρο.
Κάποια στιγμή έσκασε μύτη εκείνη – η Δήμητρα. Δεν την ήξερα, φίλη φίλης του Λεωνίδα. Καστανά μαλλιά, κοντά, και χέρια που δεν τα άφηνε ήσυχα, κάτι να στρίβει, κάτι να σιάζει. Αυτή δεν μπήκε απλώς στην παρέα. Ήρθε και χαμογέλασε λοξά, λες και ήξερε από πριν ποιος θα τής τραβήξει τη ματιά. Τα μάτια της μαύρα, ένα πράγμα — να σε καρφώνουν, να σε λιώνουν. Κάθισε σχεδόν απέναντί μου.
Ήταν αυτές οι μικρές στιγμές που άναβαν τη νύχτα, χωρίς να το κάνει επίτηδες κανείς: να γελάσει με κάτι που είπα, να φέρει το ποτήρι της κοντά στο δικό μου, να με σκουντήσει ελαφρά όταν οι άλλοι έσκυβαν στις φακές και τις μελιτζάνες. Κάθε τόσο, όλο και βρίσκαμε αφορμή να κοιταχτούμε. Μιλούσαμε για αδιάφορα, για ταινίες και παλιά μαγαζιά, αλλά κάθε κουβέντα ήτανε κι ένα βήμα πιο κοντά.
Σιγά-σιγά, έκλεινε η βραδιά και οι άλλοι πειράζονταν, γέλια και ιστορίες. Κάποιος είπε να συνεχίσουμε σε ένα μπαρ παρακάτω. Εγώ από μέσα μου το ‘χα ήδη αποφασίσει — θα έμενα λίγο ακόμα, ήθελα να τής πω τόσα που δεν ξέρω αν είχα τα λόγια. Μου είπε «πάμε;» τόσο φυσικά – και μου έπιασε το χέρι. Πρώτη φορά με άγγιζε κι ένιωσα ένα κάψιμο μέχρι τη ρίζα του ώμου.
Βγήκαμε πρώτοι απ’ την ταβέρνα. Εκεί έξω, κάτω από εκείνο το φως της λάμπας που έσταζε βροχή μαζί με φως, σταθήκαμε και κοιταχτήκαμε. «Να πάμε κάπου ή να περπατήσουμε;» μου λέει. Δεν ήθελα φασαρία, δεν ήθελα κόσμο — ήθελα να την ακούω μόνο.
Περπατήσαμε μες στη σιγή τής νύχτας. Κουβέντες απλές, αυτές οι βαθιές, παιδικές, τα «πού μεγάλωσες» και τα «σα να σε ξέρω μια ζωή». Κάποια στιγμή δεν άντεξα, σταμάτησα. Κοιταχτήκαμε, κανείς δεν μίλαγε. Ήταν αυτή η σιωπή που καίει, που ακούς μόνο την ανάσα του άλλου.
Χωρίς να το σκεφτώ, πλησίασα. Δεν έκανα τίποτα τρανταχτό, μια ανάσα μονάχα πιο κοντά κι ο κόσμος μίκρυνε γύρω μας, σαν να σβήσαν όλα τα φώτα και να άναψε μόνο ανάμεσά μας ένα κερί. Αυτή το ‘πιασε—άγγιξε το χέρι μου, έβαλε το κεφάλι της στο στήθος μου, εκεί, δίπλα στην καρδιά που χτύπαγε τρελά. Άκουγα τη βροχή να στάζει στις λαμαρίνες, κι αυτή να στέκεται δίπλα μου, ήσυχη.
Η νύχτα είχε γίνει βελούδινη. Τη βάδισα μέχρι το σπίτι της, χαλαρά, χωρίς να βιαζόμαστε. Φτάνοντας κάτω απ’ την πολυκατοικία, κοντοστάθηκε στο σκαλοπάτι. Χρειάστηκε να την κοιτάξω στα μάτια για να δω ότι καίγονταν σαν δαυλοί. Πλησίασα τα χείλια της λίγο. Δεν φιληθήκαμε—μόνο αυτή τη μια ανάσα πριν, εκείνη η μικρή απόσταση που δεν θες να τελειώσει. Η μυρωδιά της ζεστή, η ανάσα της μπερδεμένη με τη δικιά μου. Της έπιασα το μάγουλο και αυτό ήταν όλο. Τίποτ’ άλλο. Σαν τάμα.
«Αύριο;» μου ψιθύρισε. Χαμογέλασα, τι να πω – όλος ο κόσμος γυρνούσε εκεί γύρω απ’ το χαμόγελό της. Μπήκε μέσα. Έμεινα μόνος στο πεζοδρόμιο, με μια ζεστασιά στο στήθος και το μυαλό μου καρφωμένο σ’ αυτό το «αύριο». Δεν ήξερα τι θα γίνει, ούτε τι θα φέρει η άλλη μέρα. Αλλά αυτή η νύχτα άναψε κάτι μέσα μου που δεν είχα ξαναζήσει – σαν να ξύπνησα απ’ τον ύπνο μιας ολόκληρης ζωής.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.