Ερωτικές Ιστορίες – Η αθόρυβη γνωριμία του Χρήστου με τη Μαρία

Ξέρεις, πάντα πίστευα πως τα ωραία πράγματα στην ζωή συμβαίνουν λίγο στα ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβεις. Έτσι, μέσα από κάτι μικρό, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα που κρατάει λίγο παραπάνω, μια ατάκα, εκεί που δεν το περιμένεις. Εγώ, αν θες την αλήθεια, ήμουν από αυτούς που δεν πολυπαίρνουν χαμπάρι – όλο κάτι μου ξεφεύγει, όλο τα καταλαβαίνω εκ των υστέρων.

Ήταν μια Πέμπτη, πριν κάνα τρίμηνο πρέπει να ‘ταν, μετά τη δουλειά. Καλοκαίρι, Αθήνα, ζέστη, καπνός στα φανάρια. Είχα βγει με δυο φίλους σε ένα παλιό μπαράκι στα Κάτω Πατήσια, που είναι σαν να μπήκες σε αλλουνού το σαλόνι. Ήπια το πρώτο ποτό χωρίς να σκεφτώ ούτε δουλειές, ούτε φασαρίες. Και τότε μπήκε η Μαρία. Να σου πω την αλήθεια, δεν ήταν από τις γυναίκες που τις βλέπεις και λες «πωπω». Δεν ήτανε αυτό. Είχε κάτι δικό της. Ψηλή, αδύνατη, με ένα ύφος που έμοιαζε λίγο να χορεύει… και χαμογελούσε σαν να σε ήξερε ήδη.

Κάθισε στο σκαμπό απέναντί μου, δίπλα στη φίλη μου την Κατερίνα. Τσακ, μας σύστησε η Κατερίνα, έτσι απλά, χωρίς πολλά πολλά. Χαιρετηθήκαμε με αυτό το αμήχανο «χαίρεται». Η Μαρία όμως, με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια – ήταν κάπως παιχνιδιάρικη και ήσυχη μαζί. Άρχισε να μιλάει για κάτι που της ‘τυχε στη δουλειά, αλλά εγώ ορκίζομαι δεν καταλάβαινα λέξη απ’ όσα έλεγε, απλά την κοίταζα να κινεί τα χέρια της, να γελάει, και να μιλάει μαζί μας λες και ήμασταν γνωστοί χρόνια.

Και πήγε έτσι η βραδιά, με αστεία και μικρές παύσεις που κρατούσαν βαρύγδουπα και μετά πάλι φράσεις. Και κάθε φορά που γέμιζε το ποτήρι μου, ερχόταν και το δικό της χέρι λίγο πιο κοντά. Σε μια φάση, γελάσαμε για κάτι που είπα και μου ακούμπησε τον βραχίονα. Αυτό το απαλό, σχεδόν άθελά της – αλλά όχι. Ήταν πιο αισθητό απ’ ό,τι φαντάστηκα. Θυμήθηκα εκείνα τα σχολικά χρόνια που ένιωθες ένα χέρι στο θρανίο και ξαφνικά γυρνούσε όλος ο κόσμος ανάποδα για ένα άγγιγμα.

Έπιασα τον εαυτό μου να τραυλίζει λίγο στη φωνή, να μην ξέρω τι να πω ακριβώς. Εγώ, που πάντα έχω κάτι να πω, σαν να κόπηκε η φόρα μου. Και αυτή, άνετη, να με κοιτάει ίσια χωρίς να γελάει πλέον τόσο. Σαν να μπαίνει μια άλλη σιωπή, πιο γεμάτη. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι κάτι τρέχει – αλλά πάλι δεν βιάστηκα. Κάτσαμε έτσι, μιλούσαμε με όλους αλλά τελικά είχαμε δικό μας, αόρατο διάλογο.

Βγήκαμε στο πεζοδρόμιο να καπνίσουμε. Αύγουστος, μυρωδιά από νυχτολούλουδο, μάρμαρο που έχει κρατήσει τη ζέστη της μέρας. Η Κατερίνα έφυγε, οι άλλοι δυο φίλοι συνέχισαν πιο κάτω, και μείναμε λίγο πιο πίσω – οι δυο μας. Έκανε να με χαιρετήσει, γύρισε κι εκεί μισάνοιξε τα χέρια που λες. Μ’ ένα αυθόρμητο «Ωχ, δε σε χαιρέτησα καλά», με πλησίασε και μ’ αγκάλιασε. Αυτό το κάτι παραπάνω, το δευτερόλεπτο παραπάνω, ο χτύπος του καρδιού παραπάνω. Κράτησα τα χέρια της στη μέση της, κι εκεί με κοίταξε ξανά, όπως πριν, αλλά πιο κοντά. Ένιωσα τον αέρα της στην ανάσα μου – δεν ξέρω ποιος έκανε πρώτος την κίνηση, μάλλον και οι δυο – και βρεθήκαμε να φιλιόμαστε στο μισοσκόταδο του δρόμου.

Όχι φασαρία, ούτε απότομα πράγματα. Αργά, με εκείνο το τράβηγμα που έχουν τα απλά φιλιά όταν το περιμένεις πολύ καιρό άθελά σου. Έμεινα έτσι σα να κόλλησε ο χρόνος. Κάτι έλεγε το σκασμένο μυαλό μου «μην το χαλάσεις, κράτα το έτσι λίγο ακόμα». Και έτσι κάναμε. Ύστερα χαμογελάσαμε λίγο αμήχανα – μου είπε «ε, πρέπει να πάω» και τη συνόδευσα ως το ταξί της.

Την επόμενη μέρα ανταλλάξαμε μερικά μηνύματα – «τι έγινε εχθές», «ήταν παράξενο αλλά καλό», «θέλω να σε ξαναδώ». Βρεθήκαμε ξανά, σε ένα μικρό καφενεδάκι, αυτή τη φορά πιο ήρεμοι, με τα χέρια να ψάχνουν το τραπέζι να πιαστούν. Δεν βιαστήκαμε να πούμε «τι είμαστε». Μόνο που κάθε φορά που κόντευε να ακουμπήσει το χέρι μου, ησυχούσα ολόκληρος. Κι αυτή, το ένιωθε, το έβλεπα.

Τις επόμενες εβδομάδες βρισκόμασταν στα κλεφτά. Μια στο σπίτι της – ένα δυαράκι με δροσιά και ήσυχους γείτονες – μια στο δικό μου. Πάντα στο μισοσκόταδο, με τα φώτα να μπαίνουν απ’ έξω, να μην φαίνονται πολλά αλλά να τα νιώθεις όλα. Δεν θα σου πω για λεπτομέρειες, δεν έχει νόημα – μόνο θα σου πω πως μερικές φορές όταν ακουμπάς τον άλλο με έναν τρόπο που είναι σιγανός, αληθινός, φτάνει να τα λες όλα. Να της χαϊδεύω τα μαλλιά όταν ακουμπά το κεφάλι της στο στήθος μου, να μου σφίγγει το χέρι στον ύπνο – αυτά μένουν.

Βγήκαμε και πιο έξω, στο φως, χωρίς να φοβόμαστε. Μια μέρα στο Θησείο, ήπιαμε μπύρες στο πεζούλι κάτω απ’ την Ακρόπολη. Τότε ένιωσα να μου ακουμπάει πιο άνετα το χέρι, να ξαλαφρώνει λίγο η καρδιά μας, χωρίς βάρος. Όμως, κάποια στιγμή, λόγια δεν χρειάστηκαν. Ήρθαν κάτι μέρες που τραβήχτηκε πάλι πίσω, χωρίς εξήγηση. Το ένιωθα, στο μήνυμά της που άργησε να ‘ρθει, στη φωνή της που γινόταν ψιλή. Δεν την πίεσα ποτέ.

Είμαι απ’ αυτούς που έχουν υπομονή. Καμιά φορά, τα ωραία κρατάνε λίγο, το ξέρω πια. Αλλά κάποιες αγκαλιές μένουν στην πλάτη σου όταν πας να ξαπλώσεις τα βράδια. Και τα απλά βλέμματα που ανταλλάξατε στο μπαράκι εκείνο γυρίζουν κάθε τόσο στο μυαλό.

Έτσι ήταν κι η Μαρία. Γλύκα με αλάτι. Ήρθε αθόρυβα, έμεινε όσο άντεχε, κι έφυγε χωρίς φωνές. Αλλά κάτι από το χάδι της έχω ακόμα πάνω μου – και μια σπίθα μέσα μου ούτε που σβήνει.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως ακριβώς τα ένιωσα.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.