Εκείνο το βράδυ που λέτε, είχε μια υγρασία παράξενη, σαν να ήθελε η ατμόσφαιρα να σε ζορίσει λίγο, να σε κάνει να ψάχνεις κάπου να κουμπώσεις για να πάρεις ανάσα. Ούτε κρύο, ούτε ζέστη, μα από αυτές τις νύχτες που το σεντόνι σου κολλάει πάνω στο σώμα και ο ύπνος παλεύει να ‘ρθει.
Εγώ δουλειά τελείωσα αργά. Βάρδια κανονικά, το μαγαζί γεμάτο, ποτήρια, καπνός, μουσικές φωνές, όλα εκείνα που τα συνηθίζεις και τα προσπερνάς. Στο μπαρ ήταν μια παρέα, κυρίως γυναικείες φωνές, κι ανάμεσά τους εκείνη. Την είχα ξαναδεί, όχι συχνά, πάντα με άνετα ρούχα και το μαλλί λίγο ατημέλητο, λίγο προσεγμένο, δεν μπορούσες να το αποφασίσεις. Απόψε όμως είχε μάτια που δεν ξεκολλάνε εύκολα. Σαν να ζύγιζε το κάθε της βλέμμα. Έμενε για λίγο, μετά χαμήλωνε πάλι τις βλεφαρίδες, μα εγώ το έπιανα ότι εκείνη την ώρα έβλεπε εμένα κι όχι το ποτήρι μπροστά της.
Μου πήρε δυο γύρους για να βρω κουράγιο να της χαμογελάσω εκεί λίγο πιο επίμονα. Μερικές φορές χρειάζεται να ξεχαστείς για να θυμηθείς ότι μπορείς να γίνεις λίγο θρασύς. Τέλος πάντων, φεύγει η παρέα λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μένει εκείνη πίσω τάχα να πληρώσει. Τουλάχιστον μια δεκαπεντάλεπτη κουβέντα για το πώς πέρασε, τι άκουσε, τι έργο να δει, μέχρι που λέει “να κάνουμε δυο βήματα έξω να πάρουμε αέρα;”. Την κοίταξα λίγο απορημένος, αλλά μου γυρίζει ένα χαμόγελο απ’ αυτά που δεν μπορείς να τα παρεξηγήσεις.
Βγαίνουμε λοιπόν στο πεζοδρόμιο, ο δρόμος ήσυχος, μόνο κάνα γατί και τα φώτα της γειτονιάς. Μιλούσαμε, ναι, αλλά όχι με λόγια ακριβώς. Κι όσο κι αν μοιάζει παράξενο, στον αέρα ανάμεσα μας υπήρχε εκείνη η παράξενη ένταση, που δεν ξέρεις αν είναι δική σου ή αν τραβιέται μόνη της σαν μαγνήτης. Το χέρι της ακούμπησε δήθεν κατά λάθος στο μπράτσο μου και το ρεύμα που ένιωσα ήταν αλλιώτικο. Ό,τι κούραση της μέρας είχε μείνει, σβήστηκε.
Κι αρχίζει αυτό το περπάτημα, αργό, λαθραίο, δυο τετράγωνα χωρίς προορισμό. Σ’ ένα παγκάκι καθίσαμε τελικά, δίπλα-δίπλα, γόνατο γόνατο, σχεδόν να τρέμει το ένα πάνω στ’ άλλο. Κάπου ανάμεσα στα λόγια περί ανέμων και υδάτων, οι σιωπές μεγάλωναν, γίνονταν και πιο ειλικρινείς λες και μιλούσαμε χωρίς φωνή. Μου χαϊδεύει το χέρι, στα δάχτυλα, ντροπαλό μα λίγο πιο δυναμικό όπως προχωρούσε η ώρα. Τη ρωτάω, σχεδόν ψιθυριστά, “φαίνεσαι να κοιτάς μακριά, πού πήγε το μυαλό σου;…” Γυρίζει και με κοιτάει στα ίσια. “Δε θέλω να σκέφτομαι άλλο,” μου λέει. “Θέλω να νιώσω…” Εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος έκανε παύση.
Δεν ξέρω πότε βρεθήκαμε τόσο κοντά. Το στόμα της, πρώτα ανάσα, ύστερα φιλί – όχι με βιασύνη, αλλά με απόφαση. Πριν δυο λεπτά άγνωστοι που λέγαμε για ταινίες, τώρα δυο άνθρωποι που η νύχτα τούς φούντωσε το σκηνικό. Δεν ήταν το φιλί το έντονο ή το αδέξιο, αλλά ένα πράγμα αργό που γεννούσε καρδιοχτύπι κι αναμονή, μ’ εκείνο το παράπονο πως θα τελειώσει πριν καλά-καλά αρχίσει.
Σηκώθηκε και με τράβηξε από το χέρι, “θα έρθεις;” είπε, σαν να ήξερε ότι τώρα πια ο δρόμος ήταν μονόδρομος. Το σπίτι της κοντά, παλιό νεοκλασικό, σκάλες με τριξίματα, φως χαμηλό στο χολ. Δεν χρειάστηκαν λόγια παραπάνω. Η ένταση είχε γίνει τώρα ανάσα μέσα στο μισοσκόταδο, φιλιά και μικρά αστεία μόνο για να ξορκίσεις την αμηχανία.
Όλα πήγαν αργά εκείνο το βράδυ – κάθε κίνηση μετρώντας το μισό βήμα, κάθε βλέμμα με λίγο περισσότερο φως από το προηγούμενο. Εκείνο που θυμάμαι έντονα είναι τα χέρια της – πώς μένανε κάποτε στο πρόσωπό μου να εξερευνούν, πώς χάιδευαν επίμονα στους ώμους μου, να βρουν που πονάει και που αντέχεις. Κι από μέσα σιωπές και μικρά γελάκια, όλα μια μικρή χορογραφία που δεν είχε ξαναστηθεί ποτέ έτσι.
Τι να πω… Υπήρξε εκείνο το κάτι που έμεινε στη μνήμη: οι σκιές στους τοίχους από το φως του δρόμου, ο ήχος από τα ρολόγια του σπιτιού της, κι ένα σεντόνι που άρχισε να νιώθει λιγότερο βαρύ πάνω στα σώματα. Ησυχία – κι εκείνα τα φιλιά της, που λες κι είπαν όλα όσα ποτέ δεν αποφασίσαμε να συζητήσουμε.
Το ξημέρωμα δεν ήρθε απότομα – μπήκε λίγο λίγο στο δωμάτιο. Ξύπνησα εκεί, μ’ αυτήν δίπλα μου, μισοσκεπασμένη, μισοχαμογελαστή, κι ένα χέρι να γυρεύει το δικό μου κάτω απ’ το μαξιλάρι. Καμιά υπόσχεση, κανένας μεγάλος όρκος. Μόνο εκείνο το “καλημέρα” που μοιάζει με ευχή.
Δεν ξέρω αν βρεθήκαμε ξανά. Ίσως μερικές φορές, κάτι τέτοιο μένει μόνο για να θυμάσαι πως οι νύχτες έχουν κι αυτές τη δική τους ιστορία. Και ότι κάποια χέρια, κάποια βλέμματα, θέλουν απλώς να συναντηθούν έστω και για μία φορά στο κατάλληλο φως.
Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.