Ερωτικές Ιστορίες – Ένα βράδυ Σεπτέμβρη με τη Μαρία

Δεν τα λέω συχνά αυτά, ούτε και ξέρω αν πρέπει να τα λέω, αλλά καμιά φορά, λες, ίσως έτσι ξαλαφρώνεις λίγο τη μνήμη. Ή και κάτι παραπάνω – ξαναζείς τη στιγμή, κι ας ήταν πριν χρόνια. Λοιπόν ήταν τέλη Σεπτέμβρη, που ούτε καλοκαίρι ούτε φθινόπωρο το λες. Κάθε απόγευμα ακόμα τριγυρνούσε λίγη ζέστη, τα βράδια όμως σε σήκωνε το αεράκι απ’ το μπαλκόνι. Εκείνη τη σεζόν δούλευα σε ένα συνεργείο στο Μενίδι και τα πρωινά ήταν δύσκολα. Όμως το μυαλό μου ήταν αλλού.

Είχα γνωρίσει τη Μαρία στη στάση, έξω απ’ το σπίτι της γιαγιάς μου. Ήταν από εκείνες τις μέρες που, λες, όλα γυρίζουν αλλιώς. Μου ‘κανε εντύπωση. Δεν ήταν μοντέλο – απλή κοπέλα, με μια ομορφιά που δεν ξεχνούσες. Καστανά μάτια γεμάτα φως, εκείνο το σπάνιο χαμόγελο που βγαίνει αυθόρμητο και σε καλεί να κρυφτείς πίσω του. Τότε, δεν ήξερα ακόμα τίποτα για το πώς γελάει όταν ντρέπεται ή πώς αφήνει τα μαλλιά της να πέσουν στο πρόσωπο.

Αρχίσαμε να μιλάμε δειλά-δειλά, πότε στη στάση, πότε τυχαία στη γειτονιά. Πιάναμε μια κουβέντα για τους δρόμους, πότε θα φτιάξουν, για τις δουλειές που χάνονται, για τον καιρό. Αυτά τα απλά – κι όμως, εκεί μέσα κρυβόταν κάτι περίεργο, ένα σφίξιμο, μια χαρά που φοβόμουν μη καταλάβει. Εγώ απειρία, εκείνη φαινόταν πιο μπροστά, αλλά ποτέ υπεροπτική. Με κοίταγε και χαμήλωνε τα μάτια, κι εγώ σκεφτόμουν με τι θάρρος θα της πω να βγούμε.

Γυρίζω μια μέρα το απόγευμα, έχει πέσει ένας αέρας που ξυπνάει το δέρμα. Εκεί κάθεται στη γωνία, πάλι με βιβλίο, πάλι να χαμογελά. Πιάνω κουβέντα:
— Τι διαβάζεις;
Κανένα σπουδαίο βιβλίο, αλλά την ρωτούσα για να την ακούσω να μου μιλάει. Μου λέει δυο λόγια, μετά σιωπή.
— Θες να πάμε καμιά βόλτα;
Το είπε αυτή, όχι εγώ. Μπερδεύτηκα, κοκκίνισα, συμφώνησα αμέσως, μη και ξανασκεφτεί.

Περπατήσαμε από τον Άγιο, κάτω μέχρι το βενζινάδικο, χαζεύοντας τα πάντα και τίποτα. Φτάσαμε ως ένα μικρό πάρκο. Κάτσαμε στο παγκάκι, με το φως να μας χτυπάει λοξά στα πρόσωπα, πιο πολύ να φωτίζει τα μάτια. Μιλάγαμε, αλλά όχι όπως τις άλλες μέρες. Πιο βαθιά, πιο ανοιχτά, λες κι είχε σπάσει μέσα μας ένας πάγος.

Ανάμεσα στις κουβέντες, ένιωθα τα γόνατά της δίπλα στα δικά μου. Δεν άγγιζε – σχεδόν όμως. Η ανάσα της έβγαινε αργή και βαριά, κι εγώ κοιτούσα λίγο τα χέρια της, λίγο τα χείλη, λίγο αλλού, για να μη με πιάσει ο πανικός. Εκείνη έβαλε ξαφνικά το χέρι της πάνω στο δικό μου, κουμπώθηκε, τράβηξε πίσω.
— Συγγνώμη, είπε.

Δεν ήθελε πραγματικά να τραβηχτεί, το κατάλαβα. Γύρισα και της έπιασα το χέρι μαλακά. Εκεί, για λίγα δευτερόλεπτα, νιώσαμε ένα ρεύμα να περνάει από τα δάχτυλα στο στήθος, να καίει ό,τι σκέψη είχαμε.
Γύρισε, με κοίταξε μέσα στα μάτια. Εκεί χάθηκα. Εκεί που η ανάσα της κι η δική μου μπλέχτηκαν, καταλάβαμε και οι δύο τι θέλαμε.
Τη φίλησα. Στην αρχή λίγο δειλά, μισό, δευτερόλεπτο, ίσα να καταλάβουμε ότι δεν ονειρευόμασταν. Κρατηθήκαμε σφιχτά, σχεδόν από φόβο μη μας πάρει ο άνεμος ή κάποιος περαστικός μας διακόψει.

Αυτό το φιλί κράτησε όσο μια ολόκληρη ημέρα – έτσι μου φάνηκε. Τα κορμιά μας πλησίασαν, οι ανάσες έγιναν θερμές, τα μάτια κλείσανε από μόνα τους. Για λίγο σταματήσαμε. Κοιτάχτηκε με ένα βλέμμα που δεν ήξερα να το εξηγήσω, σαν να με ευχαριστούσε που ήμουν εκεί, που δεν φοβήθηκα να ακολουθήσω το συναίσθημα.

Γυρίσαμε πίσω αγκαλιά, χωρίς να λέμε πολλά. Πήρα θάρρος – της έπιανα το χέρι πια χωρίς ντροπή. Εκείνη έγειρε στο μπράτσο μου, ο αέρας άρχισε να πέφτει, κι ήταν λες και ο κόσμος έξω είχε σταματήσει. Το μόνο που άκουγα ήταν τα βήματά μας και την καρδιά μου. Μου ψιθύρισε στο αυτί δίχως να μ’ αφήσει:
— Να το ξανακάνουμε;
— Όποτε θες, της λέω.
Κι εκεί, μέσα στην απλότητα αυτής της κουβέντας, ήξερα ότι κάτι καινούργιο γεννιόταν.

Δεν ξέρω πώς να σας περιγράψω τη νύχτα εκείνη, ούτε τι σκεφτόμουν όταν ανέβηκα σπίτι. Το δέρμα μου μύριζε ακόμα το άρωμά της, το βλέμμα μου ήταν αλλού, σαν να ‘χα πιάσει ένα παραπάνω εισιτήριο για τη ζωή. Δεν είχαμε σχέδια – μονάχα δυο καρδιές που τόλμησαν να μιλήσουν.

Μετά, κάθε φορά που βρισκόμασταν, έμοιαζε σαν πρώτη φορά. Τα λόγια μας λίγα, οι σιωπές φορτισμένες, τα αγγίγματα αργά, σα να διδαχθήκαμε ξανά πώς να πλησιάζει ο ένας τον άλλον. Ψιλοτσακωνόμασταν που και που, αλλά πάντα γυρνούσαμε στο ίδιο παγκάκι, στο ίδιο σημείο που ξεκίνησαν όλα.

Ούτε ξέρω αν κρατήσαμε πολύ – ίσως κάνα εξάμηνο, ίσως παραπάνω. Αλλά όποτε επιστρέφω εκεί, στάση Νο 3, μικρό πάρκο, νιώθω ακόμη την παλάμη της στα δάχτυλα και το βλέμμα της να με καρφώνει, να με ρωτάει «τώρα;».
Δεν απαντώ ποτέ. Μόνο στέκομαι, παίρνω μια ανάσα βαθιά κι αφήνω το αεράκι να μου θυμίσει πως κάποτε, για ένα βράδυ Σεπτέμβρη, έζησα λίγο παραπάνω απ’ ότι τολμούσα.

Αυτά έζησα. Και τα λέω τώρα, όπως τα ένιωσα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.