AITA STORIES – Όταν η σχέση της κολλητής μπήκε ανάμεσα σε μια φιλία χρόνων
Καλησπέρα στην κοινότητα. Δεν ξέρω αν γράφω στη σωστή κατηγορία, αλλά χρειάζομαι και λίγο feedback, γιατί νιώθω αρκετά μπερδεμένος μετά από αυτό που έγινε με μια πολύ κοντινή μου φίλη – και πραγματικά δεν ξέρω αν εγώ το παράκανα ή αν είχα το δίκιο μου.
Λοιπόν, τέλος πάντων. Εδώ και χρόνια έχω μια πολύ καλή φίλη, τη Νίκη. Τα έχουμε ζήσει όλα μαζί – χαρές, λύπες, χωρισμούς, επιτυχίες στις δουλειές μας… Με λίγα λόγια, νιώθαμε κάπως σαν οικογένεια. Τα λέμε συχνά, έρχεται σπίτι, βγαίνουμε για ποτό, συζητάμε τα πάντα. Εγώ προσωπικά πάντα τη στήριζα και έβαζα πλάτη όπου μπορούσα, κι εκείνη το ίδιο για μένα.
Τον τελευταίο χρόνο, η Νίκη γνωρίστηκε με έναν τύπο, τον Κώστα. ΟΚ, χαρά της, χαρά μου. Αρχικά το παιδί δεν μου γέμισε το μάτι, όχι για κάτι συγκεκριμένο, αλλά ένιωθα ότι δεν ταιριάζουν – αλλά δεν τράβηξα ζόρι. Εμφανίστηκε και δυο φορές στα μαγαζιά που πηγαίναμε, ήταν λίγο απόμακρος, αλλά πάλι – δικό τους θέμα. Το άλλο που παρατήρησα ήταν πως, από τότε που μπήκε αυτός στη ζωή της, η Νίκη άρχισε να απομακρύνεται σιγά σιγά, να χάνεται από μηνύματα, να αργεί στα ραντεβού, ή και να τα ακυρώνει τελευταία στιγμή. Μου το εξηγούσε οργανωμένα, ότι φταίει η δουλειά, το άγχος, καινούρια σχέση, ξέρεις πώς πάει.
Στην αρχή έκανα υπομονή, γιατί – σου λένε – στην αρχή της σχέσης όλα είναι αλλιώς, υπάρχει ενθουσιασμός, κι εγώ όταν έχω μπει σε σχέση γίνομαι και λίγο “χαμένος”, το ξέρω. Δεν της κράτησα κακία, απλώς το σημείωνα στον εαυτό μου και έκανα λίγο πίσω.
Το θέμα είναι πώς όσο περνούσε ο καιρός, ήταν όλο και χειρότερο – έφτανε να της στέλνω μήνυμα και να μου απαντάει μετά από δύο μέρες, κι αυτό σε πολύ στεγνό ύφος του τύπου “συγγνώμη, έτρεχα, όλα καλά, εσύ;”. Όποτε πρότεινα να βγούμε, είχε ήδη κανονίσει, “ο Κώστας έχει κανονίσει κάτι για εμάς”, ή “τα παιδιά από το γραφείο θα βγουν και θα ’ρθει κι ο Κώστας”, τέτοια. Δεν είναι ότι ζήλευα το χρόνο της με τον άλλον, αλλά ένιωθα σιγά σιγά σαν να με θεωρεί φίλο “ανάγκης” – όταν δεν έχει τι άλλο να κάνει.
Παρόλα αυτά δεν της το είπα, μέχρι που φτάσαμε πριν από λίγο καιρό να συμπέσουμε τυχαία σε ένα bar, όπου πήγα εγώ με δύο άλλους φίλους. Ήταν εκεί παρέα με τον Κώστα και δύο ακόμα φίλες της, που εγώ δεν τις ήξερα καλά. Την είδα πρώτος, χαμογέλασα και πήγα να τη χαιρετίσω, να μιλήσουμε λίγο. Εκείνη πρώτα, ενώ μιλούσαμε, έδειχνε κάτι σαν αμηχανία, κοίταζε τον Κώστα λίγο νευρικά, μετά κάτι της ψιθύρισε κι αυτός (δεν άκουσα τι), και μετά απλά μου είπε “τα λέμε μετά”, χωρίς να κάνει ούτε νόημα να κάτσω μαζί τους, ούτε τίποτα.
Εκεί κάπου με έπιασε ένα νευρικό γέλιο. Ένιωσα σαν να με έπιασαν στα πράσα λες και έκανα κάτι λάθος. Γύρισα στη δική μου παρέα, αλλά το υπόλοιπο βράδυ ήμουνα μες στα νεύρα. Ένιωθα ότι μου ρίχνει άκυρο για κάποιους λόγους που ούτε εγώ καταλάβαινα. Το βράδυ της έστειλα ένα μήνυμα τύπου “όλα καλά; Ήσουν κάπως απόμακρη, έχει κάτι γίνει;”.
Δεν απάντησε αμέσως – το απάντησε την επόμενη μέρα, γράφοντας ουσιαστικά ότι ο Κώστας δεν πολυγουστάρει τις “παλιές παρέες” (γενικόλογα), ότι νιώθει κι εκείνη άβολα γιατί πρέπει συνέχεια να διαλέγει ανάμεσα σε παρέες, και πως “είναι φάση ζωής να αλλάζουν λίγο οι προτεραιότητες”. Μου επανέλαβε ότι με αγαπάει, αλλά “τώρα προχωρούν άλλα πράγματα”.
Δεν μπόρεσα να κρατηθώ: της έγραψα, ειλικρινά με θυμό, πως αν θεωρεί ότι οι παλιοί της φίλοι είναι βάρος, και ότι δεν είμαι αρκετός πλέον για τις “προτεραιότητές” της, ας το ξέρω καλύτερα – ότι δυσανασχετώ με το να αισθάνομαι σα ρεζέρβα, ενώ τόσα χρόνια στηρίζαμε ο ένας τον άλλον και περνούσαμε όντως καλά. Ξαφνικά όλα μπαίνουν σε κουτάκια ζωής; Της τα ’γραψα έτσι – με αρκετή ένταση – ίσως της το πέταξα κάπως κατάμουτρα, δηλαδή.
Εκεί ξεκίνησε να μου απαντάει επίσης κάπως απότομα, πως γίνομαι εγωιστής, ότι δεν καταλαβαίνω τη φάση της, ότι με το να την πιέζω να βγει και να απαντάει στα μηνύματα, πρακτικά της βάζω ακόμα μεγαλύτερο άγχος. Της είπα πως δεν απαιτώ να μιλάμε καθημερινά, αλλά το να με αγνοεί ή να ντρέπεται να με χαιρετήσει μπροστά σε άλλους, ε, κάπου είναι too much. Ε, καταλήξαμε να μιλάμε και οι δύο έντονα, φτάσαμε να πούμε “ας μην το ζορίζουμε άλλο”, ουσιαστικά το τέλος της φιλίας.
Από τότε δεν έχουμε ξαναμιλήσει. Ξέρω πως κι εκείνη το πήρε βαριά, γιατί κάτι ακούω από κοινούς γνωστούς ότι είπε πως δεν καταλαβαίνω και δεν δίνω χώρο. Εγώ νιώθω πως προσπάθησα όσο μπορούσα να της δώσω χρόνο και κατανόηση, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ ότι κάποιος που έλεγε “είσαι σαν αδερφός μου” αντιμετωπίζει έναν παλιό φίλο σαν παραπανίσιο, τώρα που ήρθε η νέα του σχέση. Με ζορίζει, δεν έχω μόνο θυμό αλλά και τύψεις. Μήπως όντως ζήλεψα; Μήπως κάπου έχω προσδοκίες μεγαλύτερες απ’ ό,τι δικαιούμαι;
Βλέπω κι εγώ ότι και στις σχέσεις μου, και στις φιλίες μου, δύσκολα αφήνω χώρο όταν αισθάνομαι ότι χάνομαι από το κάδρο. Νιώθω πολλές φορές ότι γίνομαι “πνιχτικός” για να κρατηθώ σε κάτι που αλλάζει. Αλλά και πάλι, αν κάποιος σταματήσει να σε βλέπει, παύει να νοιάζεται, τι νόημα έχει να το παλεύεις;
Η μάνα μου λέει πως όλα αυτά είναι της ηλικίας, ότι “οι άνθρωποι αλλάζουν”, αλλά εμένα μ’ έχει ρίξει πολύ όλο αυτό. Προσπαθώ να μπω στα παπούτσια της. Ίσως βιώνει κάτι καινούριο και δεν χωράνε όλα τα παλιά της στη ζωή της αυτή τη στιγμή — κι εγώ, όπως λέει κι εκείνη, ίσως απαιτούσα παραπάνω προσοχή απ’ όση είναι δίκαιο. Από την άλλη, ήταν πολύ απότομο και πληγωτικό αυτό που έγινε και δεν βρίσκω πού έκανα το χοντρό λάθος — ή μήπως όντως το έκανα εγώ.
Τελικά: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Ανδρέας.
