Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

AITA STORIES – Ο Γιώργος που «έσπασε» με τα πειράγματα της παρέας και έφυγε από το μπαρ

Ονομάζομαι Γιώργος και είμαι 35 χρονών. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία που με βασανίζει εδώ και λίγες μέρες. Ξέρω ότι αυτές οι ιστορίες του τύπου «AITA» στο Reddit συνήθως έχουν κάτι πιο φαντεζί, αλλά το δικό μου θέμα είναι πιο καθημερινό – και ίσως γι’ αυτό με τρώει ακόμα περισσότερο. Δεν ξέρω αν υπερέβαλλα ή αν όντως έγινα ο κακός της φάσης, οπότε ανοίγετε τα χαρτιά σας, γιατί πραγματικά χρειάζομαι μια εξωτερική ματιά να με βοηθήσει να το δω καθαρά.

Όλα ξεκίνησαν το προηγούμενο Σάββατο. Έχουμε μια σταθερή παρέα, πέντε άτομα, που κρατάει από το πανεπιστήμιο. Ήμασταν πάντα δεμένοι, κάνουμε χαβαλέ μεταξύ μας, αλλά όπως σε κάθε παρέα, υπάρχουν και τα “παιχνίδια εξουσίας”, τα πειράγματα, κι όλα αυτά που μερικές φορές ξεφεύγουν. Ο ένας από μας, ο Δημήτρης, είναι από εκείνους που γουστάρουν να κάνουν πλάκα με κάθε ευκαιρία. Ξέρει να το πατάει το κουμπί.

Κι εκεί αρχίζει το θέμα. Το τελευταίο διάστημα πέρασα μια δύσκολη φάση στη δουλειά – νέος προϊστάμενος, τρελά ωράρια, έξτρα ευθύνες. Το άγχος μου είχε χτυπήσει κόκκινο, αλλά επειδή δεν θέλω να με λυπούνται ή να αισθάνομαι σαν βάρος, δεν τα μοιραζόμουν πολύ με τους άλλους. Πάντα όμως στην παρέα ήμουν ο “χαλαρός”, αυτός που είχε μια-δυο ατάκες για όλα. Θα μπορούσα να πω ότι αυτή την περίοδο απλά δεν είχα όρεξη για καζούρα και ήθελα λίγο στήριξη, λίγο φιλικό κλίμα.

Είχαμε κανονίσει να βγούμε έξω – μπαράκι στο κέντρο, κλασικά. Από την αρχή σχεδόν, ο Δημήτρης είχε βαλθεί να με πειράζει. Πρώτα με ρώτησε για τη δουλειά (όχι από ενδιαφέρον, περισσότερο με ύφος “έλα να σε ‘τσικλίσω”). Άρχισε να λέει δυνατά μπροστά στους υπόλοιπους για «τα αφεντικά που κάνουν ό,τι θέλουν τους χαζούς υπαλλήλους», και ότι «κάποιοι γεννιούνται για να χορεύουν στον ρυθμό του στρατηγού». Ήταν αστείο, αλλά έβλεπα πως ήθελε να με φέρει σε δύσκολη θέση.

Στην αρχή το προσπέρασα, γέλασα, έριξα κάτι από αυτά που λέμε «το φαρμάκι με το μέλι». Έπειτα συνέχισε – τώρα για την εμφάνισή μου. Είχα παχύνει λίγο με το άγχος, τίποτα τραγικό δηλαδή, απλά αντί για μέση M έχω πάει στο L, και το ανάφερε εκείνος κάνοντας αστειάκια του στυλ «άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα κιλά του αλλιώς». Θα μπορούσα να το θεωρήσω αθώα πλάκα, αλλά όταν είσαι ήδη χάλια, σου κάθεται βαριά.

Έκανα υπομονή, όχι για κανέναν λόγο, απλά γιατί τους ξέρω: αν φωνάξεις ή το πάρεις προσωπικά, θα γίνει χειρότερα. Ήπια το ποτό μου, προσπάθησα να αλλάξω κουβέντα, να πετάξω κανά δικό μου αστείο για άλλον από την παρέα (μπας και το μοιράσουμε λίγο). Αλλά ο Δημήτρης ήταν σε φόρμα. Τελευταίο χτύπημα, καθώς μιλούσε με μια φίλη της παρέας, πέταξε, για όλους να ακούσουν: «Ε ναι, ο Γιώργος έχει ξεχάσει πώς είναι να ζει και να διασκεδάζει, όλο σοβαρός έχει γίνει, τον έφαγε η δουλειά και το φαΐ». Εκεί ήταν που κάτι μέσα μου έσπασε.

Δεν ξέρω τι κατάλαβα ή τι περίμεναν, αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή ένιωσα ντροπή, εκνευρισμό και κυρίως: αδικία. Δεν έβλεπε κανείς ότι απλά δεν ήμουν στα καλά μου; Δεν μπορούσε να διακρίνει το “δε θέλω να γελάσω πλέον, κάτι συμβαίνει”; Δεν ήμουν υποχρεωμένος να αντέχω κάθε πειραγματάκι, απλά επειδή «σ’ αυτήν την παρέα έτσι κάνουμε πάντα».

Έχασα την ψυχραιμία μου – όχι οπωσδήποτε με φωνές, αλλά το είπα χύμα: «Ρε Δημήτρη, γιατί γίνεσαι κακός μαζί μου; Αντί να πετάς συνέχεια αυτά τα σχόλια, δεν ρωτάς πρώτα αν είμαι καλά; Κουράζεις, ρε φίλε, για σκάσε και καμιά φορά». Πάγωσε λίγο η ατμόσφαιρα. Ο Δημήτρης με κοίταξε, μάλλον νόμιζε ότι κάνω πλάκα. Εγώ όμως δεν χαμογέλασα. Είπα και στους άλλους, με νεύρα: «Θα πήγαινα να τα πω κάπου αλλού, αλλά προφανώς μόνο για πειράγματα αξίζω εδώ μέσα». Και σηκώθηκα, άφησα το ποτό και βγήκα από το μπαρ.

Περπάτησα λίγο μόνος μου στη βραδινή Αθήνα, σκεφτόμουν αν ήταν υπερβολική η αντίδρασή μου. Από τη μια, έπνιγα καιρό το θυμό μου, δε μίλαγα, έκανα ότι δεν με αγγίζει. Από την άλλη, τους αγαπάω τους φίλους μου, και καταλαβαίνω ότι συνήθως “έτσι είναι ο Δημήτρης” – το έχει αυτό το στυλ, και κάποιες φορές καταφέρνει και γελάμε όλοι. Σκέφτηκα όμως και πόσο καιρό έχω την αίσθηση πως απλά περιμένουν να παίξω κάποιον ρόλο στην παρέα (του χαβαλέ, του “χαλαρού”, του «όλα καλά ρε μάγκες, μην ανησυχείτε»), χωρίς να βλέπουν εμένα, τους κανονικούς προβληματισμούς μου.

Την επόμενη μέρα δεν είχα μήνυμα από κανέναν. Εγώ ζορίστηκα πολύ, δεν ήξερα αν πρέπει να επικοινωνήσω πρώτος. Σε μια φάση, το έκανα: έστειλα μήνυμα στον Κώστα της παρέας, που είναι ο πιο διαμεσολαβητικός. Το πήρε κάπως αμήχανα – μου είπε «ναι, εντάξει, ίσως ο Δημήτρης ξέφυγε», αλλά, «κι εσύ, ρε φίλε, έδειξες πολύ νεύρα, θα μπορούσες να το πεις πιο ήρεμα». Το άφησα εκεί, από μέσα μου όμως προσπαθώ να καταλάβω αν είχα το δικαίωμα να “σπάσω” ή αν θα έπρεπε να κάνω πάλι υπομονή.

Δεν ξέρω αν ο Δημήτρης κατάλαβε τίποτα, δεν έχει μιλήσει ακόμη. Η αλήθεια είναι πως θέλω να ξαναδώ τους φίλους μου, απλά να νιώσω ότι μπορώ να είμαι κι εγώ αληθινός και να πω ότι δεν είμαι πάντα στο χαιχούι. Από την άλλη, αν το πείραγμα είναι το μόνο που θεωρούν ότι μπορεί να συμβεί στην παρέα μας, νιώθω κάπως μόνος.

Πραγματικά με νοιάζει: Έχετε βρεθεί στη θέση μου; Ήμουν υπερβολικός που αντέδρασα έτσι μπροστά σε όλους; Μήπως τα πήρα, επειδή απλά κουράστηκα και η δουλειά μου με έχει κάνει γκρινιάρη; Ή, τελικά, ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.

You might also like