AITA STORIES – Η βραδιά στο σπίτι που με έκανε να νιώσω κορόιδο
Ανέκαθεν είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τις παρέες μου, είμαι από αυτούς που περνάνε καλά με τη φάση “μαζευόμαστε σπίτι, τρώμε, τα λέμε”. Πριν κάνα μήνα, λοιπόν, λέει η Μαρία (μια φίλη απ’ τη σχολή, κολλητή χρόνια τώρα) να οργανώσουμε ένα βράδυ στο σπίτι μου. Εκείνη την εβδομάδα ήμουν χάλια από κούραση, αλλά τους είπα “οκ, ελάτε Παρασκευή, όμως να βοηθήσετε με το φαγητό και το μάζεμα”.
Κανείς δεν φάνηκε να έχει αντίρρηση, όλοι ενθουσιώδεις στα μηνύματα, “θα φέρω αυτό, θα φέρω εκείνο, εγώ γλυκό”, τέτοια φάση. Την Παρασκευή λοιπόν, καθαρίζω, στρώνω, ετοιμάζω τα δικά μου, ανοίγω μπουκάλια, ψιλοστρώνω σαλάτες κλπ. Γύρω στις 9 χτυπάνε κουδούνι, μπαίνουν, χαιρετιούνται, ξεκινάει η φάση. Όλα καλά και ωραία μέχρι εδώ.
Κατά τις 10:30 περνάω απ’ την κουζίνα και συνειδητοποιώ πως όλα τα “θα φέρω αυτό-εκείνο” έγιναν τελικά ένα κουτί μπισκότα και ένα μπουκάλι κρασί. Ο Δημήτρης, ο μόνος που έφερε κάτι “σοβαρό”, είχε φέρει μια τάρτα που είχε ξεχαστεί απ’ το πάρτυ της δουλειάς του. Εγώ τα είχα βάλει όλα, και τα υλικά, και τα ποτά, και το φαγητό και τη μουσική και τη φιλοξενία.
Κάθομαι πίσω στο σαλόνι, χαλαρά, αλλά αρχίζω να αισθάνομαι λίγο… εκμεταλλευμένος. Χωρίς να το κάνω θέμα, αρχίζουμε να τρώμε. Όλοι φάνηκαν να περνάνε καλά – μουσικές, χαβαλές, κουβέντες. Πάει καλά η βραδιά μέχρι που αρχίζουν να γεμίζουν τασάκια πάνω στο τραπεζάκι μου και να αφήνουν πιάτα όπου βρουν. Ανεβαίνει η φάση, γίνονται πιο χαλαροί όλοι. “Έλα ρε φίλε, δε θα μας πεις κάτι για τη δουλειά;”, “Βάλε άλλο ρε μαν μουσική”, “Έχει μπύρες;”, “Τα μαχαίρια πού είναι;” και στο τέλος “μην ανησυχείς ρε για την ακαταστασία, χαλαρά!”.
Προσπαθώ να το πάρω ψύχραιμα – ούτε φώναξα ούτε στραβομουτσούνιασα, αλλά μέσα μου έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι όλο αυτό τελικά βαραίνει πάλι πάνω μου. Τους είπα “παιδιά μην ξεχάσουμε μόνο να τα μαζέψουμε στο τέλος γιατί αύριο δουλεύω”. Όλοι: “Ναι, ναι, μην ανησυχείς, θα τα μαζέψουμε μαζί”.
Η ώρα περνάει, το party αρχίζει να αραιώνει. Πρώτος φεύγει ο Κώστας: “Ε, είμαι νηστικός, πάω μια βόλτα να φάω σουβλάκι”. Μετά η Μαρία “καλέ, δουλεύω αύριο νωρίς, να πάρω και τα ταπεράκια μου;” (έπαιρνε και μαζί της!), ο Δημήτρης “να φύγω σιγά-σιγά κι εγώ”, μέχρι που μένω με δύο–τρεις φίλους που προσπαθούν να μαζέψουν τα στοιχειώδη (σκουπίδια σε μια σακούλα και τα υπολείμματα στο νεροχύτη). Μιλάμε σκηνικό: βρώμικες πιατέλες, ποτήρια παντού, φαγητά ξεχασμένα έξω, τασάκια που στάζανε, μέχρι και καμένη λαδόκολλα πάνω στο τραπέζι.
Προσέξτε, εδώ είναι που αρχίζει το “ζουμί”: ενώ οι περισσότεροι είχαν ήδη φύγει, εγώ αντί να σηκωθώ με τους τελευταίους, έμεινα καθισμένος. Περίμενα να δω τι θα κάνουν, αν θα πάρουν πρωτοβουλία να βοηθήσουν. Κάποια στιγμή, αφού είχα μείνει με ακόμα δύο –τη Χριστίνα και τον Αντρέα– άρχισαν να καθαρίζουν. Εκεί εγώ αγριεύτηκα λίγο παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε ίσως. Τους είπα: “Νιώθω λίγο κορόιδο γιατί απ’ ό,τι βλέπω το ‘θα βοηθήσουμε’ έμεινε στα λόγια.” Το είπα ήρεμα, αλλά το είπα – και μου απάντησε η Χριστίνα: “Ρε Νίκο, τώρα βρήκες να γκρινιάξεις; Πέρασες καλά και κάθεσαι και μας κάνεις να νιώθουμε τύψεις; Εδώ είμαστε, βοηθάμε.” Ο Αντρέας μου είπε “Να σου πω κάτι, ο καθένας έχει και τις υποχρεώσεις του ρε φίλε, μη μας βάζεις όλους στο ίδιο τσουβάλι”.
Έμεινα να σκέφτομαι αν ο τρόπος μου ήταν άδικος. Φταίω που θύμωσα; Έπρεπε από πριν να τους βάλω όρια ή να φανώ πιο ξεκάθαρος; Ή μήπως απλά είχα υπερβολικές προσδοκίες από ανθρώπους που απλά ήθελαν να περάσουν ελαφριά το βράδυ τους;
Εν τω μεταξύ, το επόμενο πρωί η Μαρία μου έστειλε μήνυμα “ξέρεις, μάλλον ήσουν λίγο αυστηρός”, αλλά μετά μου ζήτησε και συγγνώμη που έφυγε νωρίς. Ο Δημήτρης το έπαιξε τρελός τύπου “σιγά ρε αδερφέ, συμβαίνουν αυτά”, ενώ η Χριστίνα μου έκοψε για μερικές μέρες και δεν μιλούσε πολύ στα μηνύματα.
Αντί να κάτσω να μιλήσω ώριμα (πχ να ορίσω από πριν ποιος μαζεύει, ποιος φέρνει τι), περίμενα ίσως από μόνος μου να φερθούν οι άλλοι έτσι όπως “θα το έκανα εγώ”. Ίσως να φταίω που τα πήρα στο κρανίο τελευταία στιγμή και το έβγαλα σε αυτούς που τελικά έμειναν για να βοηθήσουν. Από την άλλη, όμως, δεν θα’ πρεπε όλοι μεγαλώνοντας να σεβόμαστε βασικά πράγματα κι ό,τι υποσχόμαστε; Ή μήπως έχω υπερβολικές απαιτήσεις;
Δεν ξέρω, δεν λέω ότι εγώ ήμουν ο τέλειος ή ότι δεν μου ξέφυγε λίγο το παράπονό μου στη λάθος στιγμή. Σκέφτομαι ακόμα και τώρα μήπως τσίτωσα χωρίς λόγο, ή αν όντως άξιζε να ξενερώσω τόσο και να το βγάλω με λάθος τρόπο.
Οπότε, AITA που αντέδρασα έτσι και τους την είπα εκείνη τη νύχτα; Ήμουν εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης;
Αυτή την ιστορία μάς την έστειλε ο Νίκος.
