AITA STORIES – Το τριήμερο στην Εύβοια με τον καινούριο της Νάντιας
Λοιπόν, ήθελα λίγη ώρα να τα βάλω σε σειρά αυτά που έγιναν γιατί, αν είμαι ειλικρινής, ακόμα τα σκέφτομαι και δεν έχω βγάλει τελική άκρη. Μου αρέσει, εντάξει, να δοκιμάζω τα όριά μου, αλλά νομίζω ότι αυτή τη φορά τα ξεπέρασα ή τουλάχιστον έτσι νιώθει η παρέα μου και κυρίως η Νάντια, η κολλητή μου, που είναι μαζί μου σε πολλά εδώ και χρόνια. Το θέμα έχει να κάνει με ένα ταξίδι που οργανώσαμε πρόσφατα, μια φάση “μόνο οι δικοί μας”. Μας βγήκε όμως ξινό και μάλλον εγώ ήμουν η αφορμή.
Λίγο context: Είμαστε μια παρέα πέντε ατόμων, όλοι πάνω κάτω 28-32 ετών. Εγώ, η Νάντια, ο Πάνος, η Δήμητρα και ο Στέλιος. Μετράμε χρόνια φιλίας – βρισκόμαστε σχεδόν κάθε ΣΚ για καφέ ή φαγητό, έχουμε κάνει μαζί διακοπές, είμαστε στένσιλ που λένε. Φέτος, επειδή όλοι δουλεύουμε σκληρά και έχουμε βαρύνει, πέσαμε στην ιδέα να κανονίσουμε ένα τριήμερο στην Εύβοια για κάτι πιο ήρεμο, χαλαρό, να ξεφύγουμε.
Βγήκαν πολλές απόψεις – τα κλασικά, ο ένας θέλει βουνό, η άλλη θάλασσα, εγώ ήθελα συγκεκριμένα να μην οδηγήσω πολύ, οι άλλοι δεν ήθελαν να πληρώσουν ακριβά… Μετά από κάμποσες συζητήσεις στο chat βρέθηκε ένα απλό σπίτι τύπου Airbnb κοντά σε παραλία που να βολεύει όλα τα γούστα. Συμφωνήσαμε, το κλείσαμε και είπαμε να κανονίσουμε τα υπόλοιπα, φαγητά, ποτά, μετακινήσεις κτλ.
Εδώ αρχίζει το μπέρδεμα. Η Νάντια είχε γνωρίσει πρόσφατα κάποιον, τον Χάρη. Δεν ήταν ακόμα “η μεγάλη σχέση”, τον ήξερε κάνα μήνα όταν κλείσαμε – ήταν στην αρχή, το “μιλάμε, περνάμε καλά, βλέπουμε”. Μια βδομάδα πριν το ταξίδι, η Νάντια έλεγε συνεχώς πόσο πολύ έχει δεθεί μαζί του και, λέει, της φαινόταν πολύ ωραίο να τον φέρει. Εδώ να πω ότι εγώ είχα μια ανησυχία – δεν γουστάρω πολύ να μπαίνουν άτομα στα καλά καθούμενα στην παρέα, κυρίως σε φάσεις που απλώς δεν τους ξέρουμε καθόλου. Μου φαίνεται κάπως αμήχανο και κουραστικό, ιδίως όταν έχουμε ανάγκη για χαλάρωση, σαν να πρέπει να φιλτράρεις τι λες, να προσέχεις, αντί να αράξεις.
Της το είπα ήρεμα: “Νάντια, δεν είναι να έχουμε αγνώστους τώρα, πάμε να έρθουμε κοντά μεταξύ μας, τον ξέρεις λίγο καιρό, ας το αφήσουμε για άλλη φορά”. Εκείνη το πήρε βαριά, θύμωσε λίγο, είπε ότι δεν μας νοιάζουν οι σχέσεις της και είμαστε κολλημένοι. Οι υπόλοιποι ή ήταν υπέρ του να τον φέρει (“σιγά, ρε, να γνωριστούμε όλοι”) ή το άφησαν ανοιχτό (“ό,τι θέλετε, ας το πούμε όλοι μαζί”). Το θέμα στηρίχτηκε κυρίως πάνω σε μένα, επειδή προέκυψε ότι “αν εγώ είχα κάποιον ή κάποια, ποτέ δεν θα ήθελα να τους βάλω σε τέτοια φάση από την αρχή”.
Τι να κάνω; Ήμουν ειλικρινής: δεν λέω ότι δεν αξίζει ο άνθρωπος, απλώς μου χάλαγε την εικόνα του ταξιδιού. Είμαι από τους ανθρώπους που τους αρέσει να ξέρουν τι θα γίνει και με ποιον. Επιμένω λίγο, αναφέρω και το οικονομικό (“έχουμε βάλει τα λεφτά στη μέση, αν τον βάλουμε θα αλλάξουν οι συμφωνίες”), αλλά τελικά η Νάντια το συζητάει μαζί τους, λένε να το δοκιμάσουμε “να έρθει, και αν δεν κολλήσει, ξεχνιέται”.
Ένιωσα σα να γίνεται λίγο πίσω από την πλάτη μου, παρ’ όλο που στην ουσία το συζητάγαμε όλοι. Πείθομαι, τουλάχιστον να προσπαθήσω να μην είμαι ξινός, και λέω, εντάξει, ας έρθει. Ο Χάρης ήρθε, όντως ευγενικός τύπος, όχι ιδιαίτερα κοινωνικός με όλους, περισσότερο κλειστός. Η Νάντια όλη την ώρα μαζί του, λες και δεν υπήρχαμε οι υπόλοιποι. Εκείνη δεν άλλαξε καθόλου συμπεριφορά μαζί μας – απλά έβλεπα ότι όλοι λίγο-πολύ προσαρμόζονταν, μιλούσαν στην παρέα, να μη νιώθει “ξένος”, δοκίμαζαν να τον κάνουν να νιώσει άνετα.
Το θέμα όμως ήταν ότι ο Χάρης δεν συμμετείχε, έδινε την εντύπωση ότι βαριόταν ή ότι έκανε χάρη που ήρθε. Έλεγε τα τυπικά, μα το βλέμμα του ήταν σαν να μην ήθελε να είναι εκεί – να είχε με τη Νάντια έναν μικρόκοσμο δικό τους. Τα πρώτα δύο βράδια, προσπαθούσα να χαλαρώσω – κάποιες φορές απλώς περπατούσα μόνος μου, γιατί ένιωθα τελείως outsider, σαν να έχω μπει guest στη δική τους ζωή. Οι υπόλοιποι πρόσεξα ότι χαλάρωναν το θέμα, σα να το κατάπιαν. Το επόμενο βράδυ, λέω στη Νάντια σε ζεστό ύφος: “Μήπως να αράξετε δυο τρεις ώρες οι δυο σας, να νιώσουμε λίγο παρέα; Τόσα χρόνια, γι’ αυτό κανονίσαμε το ταξίδι”. Τσαντίστηκε, μου είπε ότι φέρομαι “παθητικά επιθετικά”, ότι είμαι κολλημένος, ότι έχω θέμα με τους ανθρώπους που δεν ξέρω.
Νιώθω εκεί να φουντώνει και η δική μου ενόχληση και της λέω: “Δεν είναι όλοι για όλα, δεν το πα να σε θίξω ή να θίξω το Χάρη, απλά έτσι νιώθω και δεν το κρύβω”. Για τα υπόλοιπα της παρέας, φάνηκε κάπως αμήχανο αλλά κανείς δεν μίλησε ανοιχτά ή δεν με υπερασπίστηκε. Η Νάντια κρατάει μούτρα, οι υπόλοιποι το στρογγύλεψαν. Το ταξίδι τελείωσε, κανένας δεν έπειξε άσχημα, με το Χάρη απλώς δεν ανοιχτήκαμε ποτέ, με τη Νάντια υπάρχει απόσταση, εδώ και δέκα μέρες δεν μιλάμε πολύ. Οι υπόλοιποι προσπαθούν να μην πάρουν θέση.
Με τρώει το ότι ίσως φάνηκα αυστηρός, ίσως να μην έπρεπε να πω τίποτα και να κάνω απλά υπομονή, ίσως όμως να είχα δίκιο να στεναχωρηθώ που αλλοιώθηκε μια φάση που περιμέναμε καιρό. Από την άλλη, έθεσα τα όριά μου, αλλά μήπως τα όρια τα δικά μου σημαίνουν πως περιορίζω τους άλλους; Γίνομαι “ο κακός” γιατί θέλω ασφάλεια ανάμεσα στους “δικούς μου” ή επειδή είμαι άκαμπτος;
Δεν ξέρω. Μετά απ’ όλα αυτά, είμαι εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Έλενα.
