AITA STORIES – Ο οικογενειάρχης που «χάλασε το κλίμα» στην αντροπαρέα του αδερφού του
Δεν ξέρω αν ψάχνω να βρω το δίκιο μου ή απλά προσπαθώ να το βγάλω από μέσα μου, αλλά ήθελα να το μοιραστώ κάπου γιατί πραγματικά δεν ξέρω αν πήγα να το παρακάνω. Θα προσπαθήσω να τα πω όσο πιο απλά και καθαρά γίνεται. Μιλάω για ένα περιστατικό με τον αδερφό μου, τον Πέτρο, και την παρέα του. Εγώ είμαι 33, ο Πέτρος 29. Μένουμε σε διαφορετικές πόλεις αλλά συχνά κάνουμε παρέα όταν βρισκόμαστε οικογενειακά.
Φέτος το Πάσχα καλέσαμε τους δικούς μου να περάσουν μερικές μέρες στο σπίτι μου στην Αθήνα — εγώ ζω με τη σύντροφό μου, τη Μαρία. Ο Πέτρος ήρθε κι αυτός μαζί, υποτίθεται για να χαλαρώσει, να δει την ανιψιά του (την κόρη μου δηλαδή) και να περάσουμε λίγες μέρες όλη η οικογένεια μαζί. Εξ αρχής όλα κύλησαν μια χαρά, ή τουλάχιστον κάπως ήσυχα, αν εξαιρέσουμε τα κλασικά αστειάκια στα οικογενειακά τραπέζια που πάντα καταλήγουν σε μπηχτές μεταξύ μας — συνήθεια που έχουμε χρόνια και ομολογώ ότι συχνά το ξεκινάω εγώ.
Μετά λοιπόν το τραπέζι της Λαμπρής, ο Πέτρος μου ζήτησε να συναντηθεί με κάποιους παλιούς συμφοιτητές του που έτυχε να είναι Αθήνα και να τους φέρει σπίτι ― μιας και όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Του είπα φυσικά ναι, αλλά να μην το αργήσουν πολύ γιατί η κόρη μας το βράδυ θέλει ησυχία, και η Μαρία ήταν ήδη πτώμα από το τρέξιμο όλης της εβδομάδας.
Έφερε λοιπόν τέσσερις φίλους του κατά τις 8.30. Εγώ τους υποδέχτηκα, έβγαλα κρασιά από το ντουλάπι, βάλαμε λίγη μουσική χαμηλά, ξεκινήσαμε τη βραδιά χαλαρά. Στην αρχή όλα καλά: κουβεντούλα, λίγο χιούμορ, γέλια. Στις 10:30 η μικρή είχε ήδη κοιμηθεί, η Μαρία μπήκε στο δωμάτιο να ξεκουραστεί (δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνική εκείνο το βράδυ, κάτι που άναψε μετά τα αίματα στη συζήτησή μας).
Μέχρι εδώ όλα νορμάλ. Κατά τις 23:00 το κλίμα άλλαξε λίγο. Οι φίλοι του Πέτρου, που δεν τους ήξερα και πολύ, άρχισαν να λένε μέσα σε αστείο προσωπικά σχόλια: “Ωραίος ο χώρος, Μαρία μάλλον έχει το γούστο” ή “Κούκλα η μικρή, εσείς την μεγαλώνετε ή την αφήνετε στους παππούδες;”. Σε αυτά αντέδρασα με χιούμορ, έκανα ότι τα πήρα χαλαρά. Αλλά κάπου δεν μ’ άρεσε το ύφος τους ― ήταν λίγο υποτιμητικό, κάπως ειρωνικό τάχα “στην πλάκα”. Λέω, δεν θα το κάνω θέμα.
Κάποια στιγμή γύρω στα μεσάνυχτα, αρχίζουν να μιλάνε για ταξίδια, δουλειές, το συνηθισμένο «ποιος-την-έχει-πιο-μεγάλη» της αντρικής παρέας (δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω). Δύο από αυτούς άρχισαν να πετάνε ατάκες τύπου “Ω, εσύ ρε μεγάλε, με το παιδί και το δάνειο, μας άφησες πίσω!”, ή “Άλλος κόσμος, ρε παιδιά, εδώ άλλες προτεραιότητες, όχι σαν και μας που ξενυχτάμε ακόμα”. Ταυτόχρονα γέλαγαν “χαριτωμένα”, αλλά φαινόταν ξεκάθαρα (ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε) πως με τη μία έριχναν κριτική στη δική μου ζωή, σαν να είμαι κουρασμένος, βαρετός, «μπαμπάς με τα όλα του». Μάλιστα, κάποιος από αυτούς ρώτησε — υποτίθεται χαριτολογώντας — αν έχει “χαλάσει και τίποτα άλλο πάνω σου τώρα που έχεις παιδί;”. Δηλαδή, εννοούσε προφανώς το σεξ ή κάτι σχετικό. Εκεί ένιωσα ότι με ξεπέρασαν πλέον.
Η πρώτη μου αντίδραση ήταν αστεία, με ύφος “άντε ρε παιδιά, σιγά μην εκτιμήσετε εσείς τι σημαίνει οικογένεια”. Εκείνοι (και ο Πέτρος μαζί τους), γέλασαν ακόμα περισσότερο, κάποιος χτύπησε τον Πέτρο στην πλάτη “καλά ρε, με αδερφό τέτοιον σου κάνει πλάκα να παντρευτείς;”. Ο Πέτρος απλά γέλασε κι αυτός, ούτε φάνηκε να το παίρνει σοβαρά, ούτε προσπάθησε να αλλάξει το θέμα.
Μετά από λίγα λεπτά είπα ότι είναι αργά, η Μαρία κι η μικρή κοιμούνται, κι ότι θα πρότεινα να το λήξουμε — όχι απότομα, αλλά με τον τρόπο που δείχνεις, “παιδιά, όλα καλά, αλλά φτάνει”. Ένας από αυτούς είπε “δεν μπορεί να πάρει ούτε μια νύχτα ελεύθερη ο οικογενειάρχης!”, γέλια πάλι, και κάπως έτσι μαζεύτηκαν να φύγουν. Ο Πέτρος φάνηκε λίγο ξενερωμένος, έκανε ένα σχόλιο: “Συγγνώμη ρε συ, νόμιζα δεν θα σε χάλαγαν τα παιδιά, πλάκα κάναμε”. Δεν του απάντησα τότε, απλά είπα καλό βράδυ.
Την επόμενη μέρα ο Πέτρος, στη βόλτα μας, παραδέχτηκε ότι ήταν λίγο «σπαστικό» όλο αυτό, αλλά τα παιδιά είναι έτσι πάντα ρε παιδί μου, «χαβαλέ θέλανε». Με ρώτησε όμως αν το πήρα τόσο προσωπικά και αν χάλασα υπερβολικά το κλίμα. Εκεί άρχισα να νιώθω αμήχανα — κι όντως έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται, μήπως υπερέβαλα. Μήπως έγινα εγώ ο ξενέρωτος της παρέας, που δεν ανέχεται αστεία ή που “δεν αφήνει τους άλλους να περάσουν καλά”; Μήπως έλαβα υπερβολικά σοβαρά πράγματα που για εκείνους είναι μια χαζοκουβέντα μεταξύ ανδρών φίλων; Βγήκα αυστηρός; Έχανε η βραδιά επειδή εγώ έβαλα φρένο;
Λογικά δεν είμαι ο πιο cool κι εύκολος τύπος στη συνύπαρξη, κυρίως τελευταία, αλλά προσπαθώ να σέβομαι και το χώρο και τους ανθρώπους γύρω μου. Μου χιλιολέει και η Μαρία ότι υπερ-αναλύω τα πάντα. Από την άλλη όμως, μου φάνηκαν κακοπροαίρετα τα σχόλια, προς εμένα και ακόμα περισσότερο προς τη σύντροφό μου, έστω και έμμεσα. Άντε, για μένα πάει κι έρχεται. Για τη Μαρία, που δεν τους ήξερε καν, τι χιούμορ; Κι ο Πέτρος δεν έδειξε να καταλαβαίνει ή να βάζει τα όριά του. Άσχετο, αλλά δεν είπε και μια καλή κουβέντα όταν σχολίαζαν τον “κουρασμένο” οικογενειάρχη…
Δεν ξέρω παιδιά, ειλικρινά. Απ’ τη μια ένιωσα ότι καλά έκανα και μάζεψα τη βραδιά όταν έφτασε εκεί που έφτασε — στο δικό μου σπίτι, που είναι και το σπίτι των παιδιών μου. Από την άλλη, δεν θέλω να γίνω αυτός που “χαλάει τη διασκέδαση”, που δείχνει ότι δεν αντέχει πλάκα, που γίνεται υπερβολικά ευαίσθητος σε αστεία. Δεν ξέρω αν τους αδίκησα ή αν έπρεπε να κάνω περισσότερο «τα στραβά μάτια»· μήπως έκανα το θέμα πιο μεγάλο απ’ όσο άξιζε και άφησα κακή γεύση στην παρέα και στον αδερφό μου.
Αλήθεια, ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.
