Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

AITA STORIES – Ο Κώστας, η Δέσποινα και ο ατέρμονος καβγάς για τις δουλειές του σπιτιού

Θα σας γράψω μια ιστορία, όπως ζήτησες, με βάση τα παραπάνω.

Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο ειλικρινής μπορώ, γιατί πραγματικά δεν ξέρω αν έχασα το δίκιο μου ή αν είναι απλά δικαιολογημένη η ενόχλησή μου. Είμαι 35 χρόνων, δουλεύω σαν προγραμματιστής, και εδώ και τρία χρόνια μένω με τη σύντροφό μου, τη Δέσποινα, που είναι 32 και δασκάλα δημοτικού. Ζούμε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Καλλιθέα – τίποτα fancy, αλλά αρκετό για δυο άτομα και τη γάτα μας, τον Γκρέκο.

Μετά τον κορονοϊό οι δουλειές μας είναι λίγο περίεργες, εγώ δουλεύω κυρίως remote, εκείνη γυρίζει από το σχολείο το μεσημέρι, συνήθως γύρω στις 2. Δεν μαλώνουμε συχνά, αλλά έχουμε τα θεματάκια μας με τις υποχρεώσεις του σπιτιού, όπως τα περισσότερα ζευγάρια που ξέρω.

Το θέμα είναι πως τον τελευταίο χρόνο δουλεύω σχεδόν διπλάσιες ώρες. Η εταιρεία μας έπεσε σε κάτι deadlines, και παραλίγο να χάσω το μυαλό μου. Υποσχέθηκαν αύξηση, αλλά ακόμα την περιμένω… Άλλαξε λοιπόν πολύ το καθημερινό πρόγραμμα: δούλευα μέχρι αργά, μερικές φορές κατέληγα να φάω ταπεράκι στο γραφείο μου αν είχα call με ξένες ζώνες ώρας. Η Δέσποινα όμως έμενε με την εντύπωση, τουλάχιστον έτσι το βλέπω εγώ, ότι επειδή είμαι απλά σπίτι κι όχι στο γραφείο, μπορώ να κάνω και κάποιες δουλειές του σπιτιού. Μού το έλεγε όλο και πιο συχνά, “Κώστα, πλύνε τουλάχιστον τα πιάτα αν κάνεις διάλειμμα”, ή “Μήπως να βάλεις και μπουγάδα;”

Αρχικά το έκανα, ειδικά αν ήμουν εκτός κλήσης. Προσπάθησα να κάνω λίγο από όλα, αν και στο τέλος ένιωθα πως δεν προλάβαινα τίποτα και πάλι όλα με περίμεναν. Όταν όμως ξεκίνησαν οι πολλές υπερωρίες και έπεσα σε burnout, της το εξήγησα: “Δέσποινα, πραγματικά δεν την παλεύω, δεν αντέχω να δουλεύω 12 ώρες και να τρέχω και για όλα στο σπίτι, ειδικά όταν δουλεύεις κανονικό ωράριο”. Κι εγώ έχω υπάρξει πιο χαλαρός, όταν άλλη μέρα δούλευε εκείνη περισσότερο, τσάκωνα εγώ παραπάνω δουλειά σπίτι. Αλλά τώρα νιώθω ότι το πήρε πολύ “στο σοβαρό”. Άρχισε να κρατάνε οι παρατηρήσεις της έναν άλλον τόνο. “Κάποτε βοηθούσες περισσότερο”. Μάλιστα, έχει φτάσει στο σημείο, άμα αργώ να πλύνω τα πιάτα, να τα βάζει όλα σε μια λεκάνη και να μου τα αφήνει δίπλα στο PC.

Προχτές που την είδα να το κάνει αυτό, της είπα: “Δε βοηθά να μου τα φέρνεις μπροστά μου – θα τα πλύνω, όποτε βρω χρόνο.” Μου απάντησε ότι “δε φτάνει το ‘όποτε βρω χρόνο’, γιατί το σπίτι χρειάζεται και τα βασικά να λειτουργούν”. Εκεί φούντωσα. Της είπα ότι με κάνει να νιώθω ότι δεν προσφέρω τίποτα, ότι είμαι τεμπέλης, ενώ λιώνω κάθε μέρα στη δουλειά, κι απλά επειδή δεν είμαι όρθιος στις συγκοινωνίες δύο ώρες τη μέρα, σημαίνει ότι της χρωστάω όλο το σπίτι. “Δεν είναι έτσι,” μου είπε, “αλλά δεν γίνεται να το τρέχω όλο μόνη μου, μόνο και μόνο γιατί εσύ ‘ζεις’ μέσα στο γραφείο και δεν βλέπεις το υπόλοιπο σπίτι”.

Χαμογέλασα ειρωνικά. “Κοίτα να δεις, δεν χρειάζεται να μαλώσουμε για τα πιάτα”, της είπα. Αλλά στην ουσία, δεν ήταν τα πιάτα. Ήταν όλο αυτό το βάρος που έπεφτε πάνω μου, το να αποδείξω ότι δεν είμαι ‘απών’ επειδή το γραφείο μου είναι τρία βήματα από τον καναπέ. Το ίδιο βράδυ δεν μιλήσαμε ιδιαίτερα. Την επόμενη μέρα της έκανα τα πιάτα και της ζήτησα συγγνώμη για το ύφος – δεν ήθελα να ακουστώ κομπλεξικός. Με ρώτησε, όμως, αν αυτή η κατάσταση είναι το νέο μας “στάνταρ”, να περιμένει εκείνη πότε θα βρω κουράγιο για να λειτουργήσει το σπίτι. Της είπα να το κουβεντιάσουμε μόλις ξελασκάρω λίγο με τη δουλειά, αλλά φαίνεται ότι έχει χαλάσει το κλίμα.

Το συζητάμε συνέχεια, χωρίς να φωνάζουμε – δεν υπάρχει τέτοιο κλίμα ανάμεσά μας. Αλλά νιώθω σαν να κοντράρονται δυο δίκαιες αλήθειες που δεν συναντιούνται. Εκείνη λέει πως, απ’ τη στιγμή που ζούμε μαζί, οφείλουμε να υπάρχει ένας βασικός σεβασμός στο χώρο και τον χρόνο που ζει και ο άλλος άνθρωπος. “Αν δεν μπορώ να βασιστώ στο πρόγραμμα σου για τα βασικά, θα πρέπει να το αναλάβω εγώ — αυτό τελικά μου χαλάει τη διάθεση για όλα”.

Από την άλλη, εγώ δεν μπορώ να ξεπεράσω αυτό το αίσθημα “πανταχού παρουσίας” του σπιτιού όταν δουλεύω remote. Δεν ξέρω αν μόνο εγώ το νιώθω, αλλά μερικές φορές νοιώθω ότι δεν υπάρχω καθόλου, ούτε ως επαγγελματίας ούτε ως άνθρωπος: πάντα κάποιος χρειάζεται κάτι από μένα. Μόνο και μόνο που δεν σκάω πρωί-πρωί στο μετρό δε σημαίνει ότι έχω extra ενέργεια. Της το είπα: φταίει ότι δεν βλέπει η ίδια τις ώρες και τη φόρτιση της δουλειάς μου, ενώ μετράει περισσότερο το δικό της πρόγραμμα.

Από την άλλη όμως, και το δικό της το προσπαθώ να το δω. Δεν γίνεται να αφήνουμε τα πάντα στην τύχη, και αναγνωρίζω πως εγώ δεν κρατάω πάντα το πρόγραμμα – άλλοτε κάνω τρελή επανάληψη στο Netflix και ξεχνιέμαι, άλλοτε όντως λέω “άστο, ας το κάνει η Δέσποινα γιατί δεν αντέχω”, το οποίο δεν είναι δίκαιο απέναντι της. Απλά δεν ήθελα να οδηγηθούμε εδώ, σε μια φάση που το κάθε απλό πράγμα στο σπίτι μοιάζει με μίνι πόλεμο.

Αν αυτή η συζήτηση γίνει με φίλους, άλλοι μου λένε ότι “σίγουρα η Δέσποινα έχει δίκιο, μη γίνεσαι το κλασσικό ελληνόπουλο με τη μαμά”, άλλοι μου λένε “μην αφήνεις κανέναν να σου φορτώνει υποχρεώσεις απλώς επειδή βλέπουν ότι δουλεύεις απ’ το σπίτι — δεν είναι διακοπές”. Κι εγώ στη μέση, νιώθω λίγο ένοχος κι απογοητευμένος μαζί. Ξέρω ότι χρειάζονται συμβιβασμοί, αλλά δεν είμαι σίγουρος πώς γίνεται να μη νοιώθουμε ότι πάντα κάποιος αδικείται.

Γι’ αυτό καταλήγω εδώ: Μήπως όντως αφησα τόσο πίσω τις υποχρεώσεις του σπιτιού, που είμαι εγώ ο μαλάκας της ιστορίας; Ή απλά δεν γίνεται να το χωρέσω όλο αυτό στη δουλειά και στα νεύρα μου, οπότε αντέδρασα λογικά;

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.

You might also like