AITA STORIES – Η παρεμβατική πεθερά που ήρθε να μας «δοκιμάσει»
Θα προσπαθήσω να πω με ειλικρίνεια την ιστορία μου, ελπίζοντας να πάρω μια αντικειμενική άποψη. Δεν είμαι σίγουρος αν έφτασα στα άκρα ή ανήκω σ’ αυτούς που λένε τη γνώμη τους κι όπως βγει. Ήθελα απλά να μοιραστώ αυτό που συνέβη και αλήθεια προβληματίζομαι αν έφταιξα.
Λοιπόν, είμαι ο Μάνος, 36 χρονών, και τον τελευταίο χρόνο συγκατοικώ με τη κοπέλα μου, τη Δέσποινα, η οποία είναι 34. Είμαστε παρέα σχεδόν τέσσερα χρόνια, και αποφασίσαμε πρόσφατα να κάνουμε το βήμα της συγκατοίκησης, κυρίως γιατί την πίεζαν οι γονείς της να «ηρεμήσει». Να πω, βέβαια, ότι υπάρχει κι ένα “κρυφό δωμάτιο” στη σχέση μας, δηλαδή το γεγονός ότι η οικογένειά της είναι από κείνες που θέλουν να έχουν άποψη για τα πάντα. Εγώ δεν έχω γνωρίσει ποτέ γονείς τόσο «παρεμβατικούς».
Η μητέρα της μιλάει κάθε μέρα στο τηλέφωνο, ζητάει λεπτομέρειες, και γενικώς – ακόμα κι αν προσπαθώ να συγκρατηθώ – κάποιες φορές θέλει να μαθαίνει τα πάντα, ακόμα και τι φάγαμε το βράδυ. Κι εγώ έχω σηκώσει τα χέρια, γιατί ό,τι κι αν κάνω, η Δέσποινα θεωρεί πως «αυτή είναι η μάνα της» και πρέπει να την αντέξουμε.
Τη βδομάδα που μας πέρασε, όμως, συνέβη κάτι που με έφερε στα όριά μου. Η πεθερά μου (ας την πω έτσι), ήρθε ξαφνικά από το χωριό για γιατρούς και απαίτησε να μείνει σπίτι μας (και μόνο στο δικό μας, γιατί «αν δεν μας δοκιμάσει ως ζευγάρι, πώς θα ξέρει;»). Οκ, ως εδώ πάει καλά. Τη φιλοξένησα, προσπάθησα να είμαι ευγενικός, προσπάθησα να αντέξω ακόμα και τα πετάγματά της τύπου, «η Δέσποινα δεν έπρεπε να τρώει ξαναζεσταμένο από χθες» ή «να, να πλύνεις τα πιάτα αμέσως, δεν κοιμούνται έτσι οι άντρες».
Εντωμεταξύ, η Δέσποινα λίγο μέσα λίγο έξω, με τη δουλειά της, κι εγώ να κάθομαι τις περισσότερες ώρες στο ίδιο διαμέρισμα με τη μάνα της, προσπαθώντας να κάνω ότι δουλεύω απο το laptop, ενώ κρυφά παρακολούθησα το true crime ντοκιμαντέρ μου από το κινητό με τα ακουστικά. Ανάμεσα σε όλα αυτά, ακούω – και δε με νοιάζει πια να το πω – την πεθερά να κάνει διακριτικά «χμ!» όταν περνάω μπροστά της, να κοιτάει κάθε φορά αν τα παπούτσια μου είναι μέσα στη παπουτσοθήκη, αν έβαλα πλυντήριο, που, πόσες μέρες, και τα απογεύματα να κάνει παρατηρήσεις για τη θερμοκρασία στο δωμάτιο, το μπολ που τάϊσα τη γάτα και ένα σωρό μικρές λεπτομέρειες.
Την Πέμπτη, λοιπόν, έγινε το αποκορύφωμα. Εγώ δουλεύω μέχρι αργά με αμερικανικά timezones, οπότε κοιμήθηκα στις 4 πμ και ξύπνησα κατά τις 11. Σηκώθηκα να πάω να φτιάξω έναν καφέ κι ακούω τη πεθερά μου να μου λέει με σκαμπανεβάσματα στη φωνή «Ώριμο είναι να ξυπνάς μεσημέρια Μάνο, δεν είναι σπίτι bachelor εδώ». Στην αρχή χαμογέλασα, νόμιζα το έλεγε τάχα αστεία – αλλά με κοίταξε στραβά, οπότε μάλλον όχι. Λίγο αργότερα, στη κουζίνα, με ρώτησε πότε τελευταία φορά ξεσκόνισα (εγώ, προσωπικά).
Εκεί ήταν που δεν άντεξα. Το παραδέχομαι, μίλησα απότομα. Της είπα ευγενικά, αλλά σταθερά, ότι αυτό είναι το σπίτι μου και πως, με όλο τον σεβασμό, εγώ δεν μπορώ να νιώθω σα φιλοξενούμενος. Της εξήγησα ότι είναι διαφορετικά τα ωράρια μου, έχουν αλλάξει κάποια πράγματα από τότε που η κόρη της ήταν 20, και πως δεν θεωρώ λογικό να με ελέγχει κάποιος μέσα στο ίδιο μου το σπίτι για τις συνήθειές μου και τα ωράριά μου. Είναι αλήθεια ότι της το είπα νευριασμένος, όχι φωναχτά, αλλά σφιχτά, τσιτωμένος. Εκείνη το πήρε προσωπικά και γύρισε στο δωμάτιο της, αειδιασμένη – δεν μου μίλησε καθόλου το υπόλοιπο της μέρας.
Όταν γύρισε η Δέσποινα, έμαθε τι έγινε κι έγινε χαμός. Η Δέσποινα θεώρησε ότι φέρθηκα απρεπώς στη μητέρα της, ότι «έπρεπε να προσπαθήσω περισσότερο» κι ότι «δεν μπορώ να φωνάζω, ειδικά μπροστά σε άνθρωπο που μας αγαπάει». Η ίδια βέβαια έλειπε στο γραφείο και δεν είχε ιδέα από το φορτίο, τις παρατηρήσεις, ούτε τα σχόλια στους ώμους πίσω από την πλάτη μου. Εκείνη απλά είδε τη μητέρα της στεναχωρημένη και το πήρε προσωπικά.
Ζήτησα να μιλήσουμε οι τρεις μας, αλλά και οι δύο, Δέσποινα και πεθερά, είπαν πως θα “προσπαθήσουν να το ξεχάσουν”. Ωστόσο όλη η ατμόσφαιρα στο σπίτι πάγωσε: Η πεθερά έφυγε την επόμενη μέρα, αγκαλιάζοντας τη κόρη ασφυχτικά, εμένα με ένα τυπικό «μπράβο για το νοικοκυριό» ειρωνευόμενο, και έκτοτε η Δέσποινα έχει κρατήσει απόσταση, σαν να φοβάται μήπως της ζητήσω πάλι να βάλει όρια στη μάνα της.
Δεν θα πω ότι ήμουν υπόδειγμα ψυχραιμίας. Το αναγνωρίζω. Μπορεί να πήρα θέση πιο σκληρά απ’ όσο χρειάζονταν. Από την άλλη όμως, αισθάνομαι να πνίγομαι: Είχαμε φιλοξενούμενο που στο μυαλό της ήρθε να μας “δοκιμάσει”, κι εγώ, στο ίδιο μου το διαμέρισμα, ήμουν συνέχεια υπόκριση, όλο προσπαθούσα να μη στραβώσω και ταυτόχρονα να αντέξω. Προσπάθησα να εξηγήσω ότι δεν είναι “κακό” να κάνεις πράγματα διαφορετικά, αλλά πραγματικά νιώθω ότι απέτυχα να κρατήσω ισορροπίες. Μήπως ξεπέρασα το όριο επειδή δεν είμαι συνηθισμένος να έχω άλλους να μου κάνουν κουμάντο; Μήπως έπρεπε απλά να φερθώ πιο χαλαρά και να προσπαθήσω κι άλλο (αν και δεν ξέρω πώς);
Συνοψίζοντας: ήρθαν στο σπίτι μας, νιώσαμε – ή τουλάχιστον εγώ – σαν να περνώ εξετάσεις, και στο τέλος, αφού αντέδρασα, βγήκα εγώ ο κακός. Και η κοπέλα μου να μου λέει ότι “έχει άλλη κουλτούρα η μάνα της, έπρεπε να το καταλάβω”.
Αλήθεια, το έκανα θέμα άδικα; Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάνος.
