AITA STORIES – Η μετακόμιση της Νένας και τα όρια του Χρήστου
AITA που αρνήθηκα να βοηθήσω μια συνάδελφο με τη μετακόμισή της επειδή με είχε αγνοήσει για μήνες;
Γεια σας σε όλους. Ήθελα να μοιραστώ τη δική μου ιστορία, γιατί ακόμα προσπαθώ να καταλάβω αν το παράκανα αυτή τη φορά.
Λοιπόν, δουλεύω σε μια εταιρεία τα τελευταία τρία χρόνια. Γενικά είμαι κοινωνικός τύπος, μ’ αρέσει να κάνω παρέα με τους συναδέλφους και να βοηθάω όταν χρειάζεται – θεωρώ πως, ειδικά σε έναν εργασιακό χώρο που περνάμε τόσες ώρες μαζί, καλό είναι να έχουμε και μια προσωπική επαφή, όχι να είμαστε απλά “συνάδελφοι της διπλανής καρέκλας”. Αυτή η ιστορία αφορά κυρίως μια συνάδελφο, τη Νένα.
Η Νένα ήρθε στο γραφείο μας πριν ενάμιση χρόνο περίπου. Στην αρχή μου έκανε εντύπωση το πόσο ανοιχτή κι ευγενική ήταν. Είχαμε πει να βγούμε κάποιες φορές για καφέ μετά τη δουλειά, είχαμε ανταλλάξει και τηλέφωνα. Στην πορεία, αυτή η επικοινωνία άρχισε να μειώνεται – όχι μόνο με μένα, γενικά και με άλλους συναδέλφους. Δεν έδινα και τόση σημασία, γιατί σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε δικά της θέματα, να μη θέλει να είναι τόσο κοινωνική, ποιος είμαι εγώ που θα το κρίνω. Αυτό που με ενόχλησε όμως λίγο παραπάνω ήταν ότι, ενώ της μιλούσα στο γραφείο – όχι πιεστικά, χαλαρά, τύπου “τι κάνεις”, “πώς πας;”, κ.λπ. – ήτανε πάντα λιγομίλητη ή το έφερνε να τελειώσει. Κάποιες φορές απλά σηκωνόταν κι έλεγε “πάω τουαλέτα” και μετά απλά δεν ξαναγύριζε στο γραφείο της για μισή ώρα. Εγώ πάλι της έδινα χώρο.
Σκεφτόμουν αν στο παρελθόν ίσως έκανα κάτι λάθος, ή αν ήταν δικό της θέμα. Ένιωθα λίγο “περιττός”, όμως είχα πει στον εαυτό μου ότι δε θα το πάρω προσωπικά και – όσο με παίρνει – θα της φέρομαι νορμάλ.
Έρχεται όμως η μέρα – πριν από δύο εβδομάδες – που μου στέλνει μήνυμα στο κινητό (μετά από πολλούς μήνες) και μου ζητάει αν μπορώ να τη βοηθήσω με τη μετακόμισή της. Είχε νοικιάσει καινούργιο σπίτι και, λέει, επειδή δεν οδηγεί και έχει πολλά πράγματα, της είναι πολύ δύσκολο να τα καταφέρει μόνη της. Μου είπε “ξέρω πως έχεις αμάξι και είσαι καλός άνθρωπος, αν μπορείς να με βοηθήσεις, θα σου χρωστάω χάρη”.
Η πρώτη μου αντίδραση ήταν έκπληξη – η κοπέλα που δεν ήξερε αν υπάρχω ή όχι επί μήνες, τώρα να με ζητάει προσωπική χάρη. Μετά, ήρθε μια αίσθηση αδικίας. Ξέρω ότι ακούγεται λιγάκι εγωιστικό, αλλά ένιωσα λες κι όλο αυτό το διάστημα με υπολόγιζε μόνο όταν είχε ανάγκη. Από την άλλη, σκέφτηκα ότι ίσως υπερβάλλω – στο τέλος-τέλος δεν κάνουμε τίποτα για να περιμένουμε αντάλλαγμα.
Επειδή με βασάνιζε το θέμα, το συζήτησα με έναν κοινό φίλο μας στο γραφείο – ας τον πούμε Δημήτρη. Ο Δημήτρης μου είπε “έλα μωρέ, κι εγώ έτσι αισθανόμουν, αλλά ξέρεις, η Νένα έχει ζοριστεί άσχημα το τελευταίο διάστημα, είχε και κάτι οικογενειακά… Ίσως δεν ήθελε να ανακατευτεί παραπάνω με τους υπόλοιπους”.
Άρχισα να αισθάνομαι ενοχές, αλλά και πάλι, ήμουν θυμωμένος. Όταν μου ξαναέστειλε μήνυμα για να επιβεβαιώσει αν μπορώ να πάω το Σάββατο, της απάντησα: “Συγγνώμη, αλλά δε νομίζω να σε βοηθήσω. Καταλαβαίνω πως είναι δύσκολο για σένα, όμως είναι λίγο άβολο να μου ζητάς κάτι τέτοιο όταν η επικοινωνία μας έχει περιοριστεί τόσο. Εύχομαι να βρεις βοήθεια”.
Η απάντησή της ήταν τυπική. Μου είπε “ΟΚ, καταλαβαίνω”, τίποτα παραπάνω. Από τότε στο γραφείο με χαιρετάει, μιλάμε μόνο τα απαραίτητα. Δεν μπορώ να πω πως χειροτέρεψε η ατμόσφαιρα, αυτή η ψυχρότητα όμως πλέον έγινε πιο έντονη – και, για να είμαι ειλικρινής, κάποιες φορές νιώθω άβολα εγώ. Ύστερα άκουσα ότι τελικά μετέφερε τα πράγματα της με τα πράγματα της μόνη της, με ένα ταξί, και δυσκολεύτηκε πολύ.
Έχω να πω πως δεν είμαι ο πιο “αγαθιαρης” άνθρωπος ούτε άγιος. Ειλικρινά, δεν το έκανα για να ανταποδώσω το ίδιο, αλλά γιατί ένιωσα ότι γινόμουν “καλή λύση ανάγκης” για κάποιον που δεν ενδιαφέρθηκε τόσον καιρό – και αυτό με πείραξε. Από την άλλη βέβαια, ποιος είμαι εγώ να μαντεύω τι μπορεί να περνούσε το κορίτσι όλον αυτό τον καιρό; Μήπως ήμουν υπερβολικός και θα έπρεπε να σταθώ δίπλα της έτσι κι αλλιώς, χωρίς να μετράω τις παλιότερες συμπεριφορές της; Αν βρισκόμουν εγώ στη θέση της και δεν είχα να ζητήσω βοήθεια από πολλούς, θα ήθελα ένας άνθρωπος να βοηθήσει, ανεξαρτήτως προηγούμενης… “ψυχρότητας”.
Την άλλη βδομάδα έχουμε μια έξοδο του γραφείου και αναρωτιέμαι αν με θεωρούν απόμακρο ή “μικροπρεπή” για αυτή τη φάση. Μερικοί φίλοι μου λένε πως είχα δίκιο “να βάλω όρια”, άλλοι πως πρέπει να δεις ανθρώπινα τη δύσκολη στιγμή και να διαγράψεις το παρελθόν. Το χειρότερο είναι ότι μέσα μου αμφιταλαντεύομαι – δεν νιώθω ούτε δικαιωμένος, ούτε άνετος.
Δεν έχω αποφασίσει αν έκανα το σωστό ή όχι. Απλά ήθελα να το βγάλω και να ακούσω ίσως κι άλλες γνώμες, μήπως βρω μια ισορροπία ή έστω δω τι θα μπορούσα να κάνω άλλη φορά.
Ας μου πείτε λοιπόν – Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Χρήστος.
