AITA STORIES – Η μαρμελάδα της μαμάς, η συγκατοίκηση και τα όρια σεβασμού
Θα ζητήσω τη βοήθειά σας για κάτι που μου συνέβη πρόσφατα και ακόμα δεν είμαι σίγουρη αν φέρθηκα σωστά ή αν ήμουν εγώ αυτή που τα έκανε όλα μαντάρα. Είμαι η Ελένη, 34 χρονών, και συγκατοικώ με την Κατερίνα εδώ και τρία χρόνια. Είμαστε και οι δύο κοντά στα 30, καλή παρέα γενικά, αλλά ποτέ δεν έγινα εντελώς «κολλητή» της, πάντα κρατούσα μία απόσταση γιατί από την αρχή κατάλαβα ότι εκείνη είναι λίγο πιο… ιδιαίτερη με τα υπάρχοντά της και τις συνήθειές της.
Η φάση ξεκίνησε πριν μερικές βδομάδες. Μετακόμισα μαζί της επειδή η προηγούμενη συγκάτοικος της Κατερίνας έφυγε για εξωτερικό και βρήκα κι εγώ ευκαιρία να ξεφύγω από το πατρικό, να ζήσω λίγο ελεύθερα. Μοιραζόμαστε ένα όμορφο διαμέρισμα στα Πατήσια, δύο υπνοδωμάτια, κοινόχρηστο σαλόνι, μικρή κουζίνα και μπάνιο.
Οι πρώτοι μήνες κύλησαν ήρεμα – είχε τους κανόνες της, τύπου «μην αφήνεις πιάτα στο νεροχύτη», «να σβήνεις τα φώτα όταν φεύγεις» κλπ. – που εγώ δεν τα βρίσκω τρελά παράλογα, αν και ορισμένες φορές μου φαίνεται ότι ασχολείται υπερβολικά με μικροπράγματα. Εἰχαμε πει από την αρχή ότι η κουζίνα είναι κοινή, ότι κάποια τρόφιμα είναι για όλους (σάλτσες, ζυμαρικά, μπαχαρικά και τέτοια), κι άλλα, πιο ειδικά (το τυρί της, τα γλυκά της ή κάτι περίεργα τσαγάκια που φέρνει), να τα προσέχει ο καθένας.
Η πραγματική σύγκρουση ξεκίνησε μια Κυριακή βράδυ που είχα φέρει σπίτι έναν φίλο, τον Πέτρο, να μαγειρέψουμε μαζί και να δούμε ταινία. Η Κατερίνα βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρά της, δουλεύοντας με ακουστικά. Δεν ενόχλησε κανείς κανέναν. Κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος, άνοιξα ντουλάπια να βρω αλάτι, και πέφτει το μάτι μου σε κάτι μικρά βαζάκια με μαρμελάδα. Θυμήθηκα ότι μου είχε πει ότι μαρμελάδα γενικά μπορούμε να πάρουμε, αλλά όχι τις δικές της «σπιτικές» από τη μαμά της – απλά δεν κατάλαβα ποιες ήταν τελικά αυτές. Έβαλα λοιπόν μια κουταλίτσα σε κάτι τηγανίτες που κάναμε και μετά τα ξαναέβαλα στη θέση του.
Την επόμενη ημέρα, γυρίζω από τη δουλειά και με περιμένει φουριόζα και εκνευρισμένη στο σαλόνι. «Ποιος άνοιξε το βάζο με τη μαρμελάδα δαμάσκηνο;» Κόλλησα. Της λέω «εγώ το άνοιξα, απλά πήρα μια κουταλιά, δεν ήξερα ότι ήταν μόνο για σένα». Εκείνη εκνευρίστηκε πολύ, μου είπε ότι αυτό το βάζο το είχε φέρει η μαμά της και της το στέλνει κάθε χρόνο ειδικά, ότι είχε προειδοποιήσει να μην το αγγίξει κανείς. Της είπα ότι δεν είχα κακή πρόθεση, ότι μπερδεύτηκα επειδή τα βάζακια της μαρμελάδας της εταιρείας είναι ίδια με τα “σπιτικά” και ότι μπορεί να φταίει η κούρασή μου.
Η συζήτηση ξέφυγε. Άρχισε να μιλάει για προηγούμενους συγκάτοικους που δεν σεβάστηκαν τα πράγματά της, για φίλους που «δε νιώθουν» από προσωπικό χώρο, και ότι η ίδια νιώθει ότι την εκμεταλλεύομαι, αφού ξέρω πόσο δύσκολες στιγμές περνάει. Στην αρχή τα άκουγα όλα και προσπαθούσα να κρατηθώ, γιατί με έπιασε και ενοχή. Από ένα σημείο και μετά, όμως, ένιωσα ότι υπερβάλλει – ήταν, λέει, θέμα σεβασμού, όχι υλικής αξίας.
Εκεί έγινε η φάση που ίσως να φέρθηκα εγώ λάθος. Της είπα, λίγο έντονα βέβαια, ότι «κανείς δεν θέλει να σου φάει τη μαρμελάδα, και αν είναι τόσο σοβαρό, άστο να το λέμε ξεκάθαρα – αν είναι κάτι που απαγορεύεται, να το γράφεις κιόλας πάνω!» Αυτό την εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. Μου απάντησε ότι δεν θέλει να βγάζει ταμπέλες για κάθε τι δικό της, και ότι περίμενε απλώς να σκεφτεί ο άλλος λίγο παραπάνω. Η αλήθεια είναι ότι ίσως να υπήρχε πιο κόσμιος τρόπος να το πω. Αλλά ένιωθα ότι παραείχαμε φτάσει στο άλλο άκρο με τα κουτάλια και τα βαζάκια.
Η κατάσταση κλιμακώθηκε τις επόμενες μέρες. Η Κατερίνα έγινε πιο ψυχρή, απέφευγε να μου μιλάει, κι εγώ εκνευριζόμουν που μου κρατούσε έτσι μούτρα για κάτι που θεώρησα ατύχημα, ενώ της το εξήγησα και της ζήτησα και συγγνώμη. Άρχισα κι εγώ να αποσύρομαι, να μαγειρεύω μόνο για μένα, να κοιτάω να μη χρησιμοποιώ τίποτα που είναι μισο-δικό της, να πλένω τα πιάτα αμέσως, δηλαδή βάλαμε κι οι δύο στην ουσία έναν «αόρατο τοίχο» μέσα στο ίδιο σπίτι.
Η μαμά μου όταν της το είπα γελούσε, μου είπε ότι «μες στο ίδιο σπίτι τσακώνεστε για το αν πήρες μια κουταλιά μαρμελάδα;» Ο αδερφός μου βέβαια είπε ότι «αν κάποιος θεωρεί κάτι ιερό, καλύτερα να το σεβόμαστε και να είμαστε προσεκτικοί». Κάποιοι φίλοι λένε ότι η Κατερίνα είναι υπερβολική και «δεν μπορεί να μετακομίζει στο μοναστήρι της μέσα στην Αθήνα» – άλλοι πιστεύουν ότι είναι θέμα ορίων και καλό είναι να μην τα παραβιάζω.
Εγώ τελικά νιώθω κάπως. Από τη μία, δεν το έκανα επίτηδες, δεν της «έκλεψα» κάτι που της ανήκε, ήταν ένα μπερδεμένο βαζάκι μέσα σε δεκάδες ίδια. Και από την άλλη, καταλαβαίνω ότι αν κάποιος σου λέει «για αυτά τα πράγματα έχω ευαισθησία», ναι, ίσως είναι καλό να προσέχεις παραπάνω.
Δε θέλω να χαλάσει η συγκατοίκηση, γιατί γενικά τα βρίσκουμε και δεν μπορώ ξαφνικά να ψάχνω σπίτι. Δεν αποκλείω να φταίω κι εγώ που νευρίασα εκείνη τη στιγμή, που ίσως έπρεπε να της μιλήσω αλλιώς, να δείξω περισσότερη κατανόηση, να κρατήσω το εγώ μου πιο πίσω. Αλλά με κούρασε λίγο που πρέπει να νιώθω ενοχές για κάθε μικρή παρεξήγηση, λες και όλη η φόρτιση πέφτει πάνω μου.
Τι λέτε; Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.
