AITA STORIES – Εκοψα τις κυριακάτικες οικογενειακές μαζώξεις λόγω της φίλης της αδελφής μου
Λοιπόν, ας πω κι εγώ τη δική μου ιστορία, γιατί στ’ αλήθεια δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ. Διαβάζω χρόνια τέτοια threads και πάντα σκεφτόμουν ότι εγώ είμαι πιο λογικός, ότι αν κάτι ενοχλεί, το λύνεις ήρεμα. Έκανα όμως κι εγώ τη γκάφα μου, ίσως και το παρατράβηξα. Θέλω να μου πείτε κι εσείς, γιατί η αλήθεια είναι πως νιώθω χαμένος.
Είμαι 38 χρονών, μένω μόνος σε τριάρι διαμέρισμα στον Βύρωνα. Στο ίδιο κτίριο, στον 3ο, μένει η αδελφή μου, η Ελένη, με τον άντρα της τον Σάββα. Εγώ στον 1ο όροφο. Τα τελευταία τρία χρόνια, κάθε Κυριακή παραδοσιακά μαζευόμαστε σπίτι τους για να φάμε όλοι μαζί: εγώ, εκείνοι και οι γονείς μας. Όμορφη φάση, φέρνουμε ο καθένας κάτι, γελάμε, κουβεντιάζουμε.
Να, όμως, που εδώ και λίγο καιρό η Ελένη άρχισε να φέρνει και μια φίλη της, τη Μαργαρίτα. Στην αρχή δεν με ενόχλησε καθόλου, συμπαθητική φαίνεται. Με τον καιρό όμως, άρχισε να νιώθω ένα περίεργο πράγμα. Πολλές συζητήσεις μετατρέπονταν σε *μονόλογο* της Μαργαρίτας: κάθε φορά που άνοιγα το στόμα μου να πω κάτι, πεταγόταν, διόρθωνε, έλεγε τη γνώμη της. Σχόλια για τη δουλειά μου (“Έλα μωρέ, πόσο δύσκολο είναι να κάθεσαι σ’ ένα γραφείο;”), ακόμα και για το φαγητό (“Ζυμαρικά πάλι; Δεν βαρέθηκες; Να σου μάθω να τρως υγιεινά!”). Μπορεί να φταίω κι εγώ που δεν κρατήθηκα, μα κάθε φορά μέσα μου έβραζα, ντρεπόμουν και δεν απαντούσα. Η αδελφή μου, τα άκουγε, αλλά απλά χαμογελούσε.
Αυτό το πράγμα κράτησε κάτι μήνες. Δοκίμασα να το παίξω ψύχραιμος, να της μιλήσω όμορφα. Μια Κυριακή, όταν έφερε πάλι κουβέντα για τη “σπατάλη ρεύματος” επειδή έχω τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο, είπα χαριτολογώντας “Α, ωραία, θα φέρνω και λογιστή την άλλη φορά, να δούμε πού χαλάμε τα λεφτά μας”. Κανένας δεν γέλασε, αμηχανία.
Την επόμενη βδομάδα, προχωρώ λίγο παραπάνω και λέω στην Ελένη, πριν αρχίσουν όλα: “Ρε συ, πες λίγο στη Μαργαρίτα να μη μπαίνει τόσο στη μέση. Ειλικρινά νιώθω περίεργα, κάθε φορά λέει τη χιλιοειπωμένη της ατάκα, δεν μπορώ να βγάλω λέξη”. Η Ελένη χαμογέλασε αμήχανα. “Έλα βρε, έτσι είναι η Μαργαρίτα, τα λέει όλα λίγο υπερβολικά. Μην το παίρνεις προσωπικά, έτσι τα λέει και σε μένα”.
Κράτησα λοιπόν κι εγώ μούτρα. Δεν ξαναμίλησα σε μαζώξεις – απαντούσα μονολεκτικά. Κάποια στιγμή το πήρε μυρωδιά κι η Μαργαρίτα και με ρώτησε: “Έχω πει κάτι που σε ενόχλησε;”. Δεν είπα τίποτα τότε, δεν ήθελα να γίνει φασαρία μπροστά σε όλους. Έφυγα μετά το φαγητό και δεν ξαναπήγα στις επόμενες δύο μαζώξεις. Η Ελένη μου έστελνε μήνυμα κάθε Κυριακή: “Έρχεσαι; Σε περιμένουμε!” Της έλεγα δικαιολογίες του τύπου “δουλεύω”, “δεν νιώθω καλά” κτλ. Την τρίτη Κυριακή, μου χτυπάει κουδούνι πρωί-πρωί, σκάει μύτη σπίτι μου: “Ειλικρινά, τι συμβαίνει; Μήπως έχεις θέμα με τη Μαργαρίτα;”. Της το είπα ξεκάθαρα: “Δεν μπορώ να την ακούω άλλο να μου κάνει μάθημα για τα πάντα. Νιώθω ότι δεν χωράω σ’ αυτή την παρέα πια”.
Εκεί βγήκε εκτός εαυτού. “Πώς μπορείς να τα λες αυτά; Είναι φίλη μου χρόνια, είναι μόνη της και προσπαθώ να τη στηρίξω. Σ’ ενοχλεί που τα λέει όλα χύμα; Κι εσύ δηλαδή δεν κάνεις ποτέ σχόλια ή ειρωνείες;” Είπα κι εγώ με το στόμα στην καρδιά: “Μπορεί να το ‘χω κάνει, αλλά όταν εγώ το κάνω, πέφτετε να με φάτε. Αυτή εδώ έχει ασυλία”. Με κοίταξε, πήρε μια ανάσα και μου είπε: “Αν τόσο πολύ σε πειράζει, μην έρχεσαι. Αλλά να ξέρεις, δεν είναι ωραίο να αφήνεις εμάς έτσι – οικογένεια είμαστε”.
Εκεί κόλλησα. Από τη μια νιώθω ότι το παρατράβηξα με τα μούτρα μου, ότι ίσως έπρεπε να της μιλήσω κατ’ ιδίαν της Μαργαρίτας, όχι να το κάνω μούτρα και να λείψω, κάνοντας την Ελένη να νιώθει στη μέση. Από την άλλη, όντως ένιωθα ότι δεν με σέβονται – λες κι εκείνη πήρε το πάνω χέρι και δεν υπολόγιζε κανέναν.
Οι γονείς μου μετά με ρώτησαν γιατί χάθηκα, είπα μια δικαιολογία. Ακόμη και τώρα, νιώθω άσχημα που τους λείπω. Η Ελένη κρατάει μούτρα, δεν έχουμε ξαναμιλήσει ανοιχτά. Η Μαργαρίτα φυσικά δεν ξέρω αν κατάλαβε τίποτα ή αν της είπαν κάτι.
Θα μπορούσα να το διαχειριστώ αλλιώς; Ή έπρεπε να την κάνω νωρίτερα από την κατάσταση, να βάλω όρια ξεκάθαρα, αντί να το παίζω αόρατος; Από την άλλη, σκέφτομαι – μήπως είμαι υπερβολικός; Μήπως γιατί απλά ήταν διαφορετική, πιο “χύμα”, εγώ τα πήρα στο κρανίο; Ίσως η αδελφή μου έχει δίκιο, ίσως θα μπορούσα να αντέξω λίγο ακόμη ή να τους μιλήσω με περισσότερη ειλικρίνεια.
Συγγνώμη για το σεντόνι, απλά νιώθω ότι έκανα σίγουρα λάθη σ’ όλο αυτό, αλλά πραγματικά δεν ξέρω αν ήταν υπερβολή ή αν δικαίως στεναχωρήθηκα τόσο. Πείτε μου: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.
