AITA STORIES – Ήμουν υπερβολικός που είπα στην Ιωάννα πως μας κάνει να νιώθουμε βάρος;
Να ξεκινήσω λέγοντας πως γενικά προσπαθώ να είμαι δίκαιος με τους φίλους και τους ανθρώπους γύρω μου. Δεν το λέω επειδή είμαι τέλειος ή κάτι τέτοιο—ίσως και το αντίθετο, συχνά έχω άγχος μηπως παρεξηγηθώ ή κάνω κάτι λάθος. Αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτή τη φορά πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω αν ήμουν εγώ ο περίεργος (ή ο μαλάκας) ή αν το παράκαναν οι άλλοι.
Η ιστορία έχει να κάνει με τον Νίκο. Τον ξέρω από το πανεπιστήμιο, έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια, και γενικά έχουμε κρατήσει καλή επαφή. Όχι κολλητοί, αλλά από τα λίγα άτομα που όποτε βρεθούμε περνάμε καλά και μιλάμε ανοικτά. Τα τελευταία δύο χρόνια που άρχισε να συζεί με την Ιωάννα, τις παρέες μας τις κάνουμε και με το ζευγάρι πλέον. Εντάξει, όλα καλά ως εδώ.
Το θέμα ξεκίνησε πριν λίγες εβδομάδες, όταν ο Νίκος μου είπε να πάμε Σάββατο βράδυ σπίτι τους, “χαλαρό ταβλάκι και μπύρες, οι τέσσερίς μας”. Για εμένα αυτό ήταν ιδανικό, μιλούσα και με τη δικιά μου (να την πούμε Μαριάνα), της άρεσε η ιδέα. Πήγαμε, χαλαρά, στην αρχή όλα οκ. Σχετικά νωρίς φάνηκε πως κάτι είχε στραβώσει, τουλάχιστον από την πλευρά της Ιωάννας. Ήταν σφιγμένη, διέκοπτε συχνά, δεν έμπαινε στη συζήτηση όπως άλλες φορές.
Λέω οκ, μπορεί να ήταν κουρασμένη, αλλά το άφησα να περάσει. Μετά από λίγο, ενώ παίζαμε, ανέφερα κάτι αστείο από τη δουλειά μου που έβαλε τα γέλια η Μαριάνα και ο Νίκος, αλλά η Ιωάννα γύρισε και είπε “ναι, αλλά και ο άλλος μπορεί να μην το βρίσκει τόσο αστείο όταν γελοιοποιείται στη δουλειά του.” Μας πάγωσε κανονικά. Προσπάθησα να το σώσω με κάποιο χαζό αστείο, αλλά εκείνη το έκλεισε τελείως. Ο Νίκος φαινόταν και εκείνος άβολος αλλά δεν είπε τίποτα.
Η βραδιά δεν άργησε να ξεφύγει. Παρήγγειλαν φαγητό—και εκεί όλα τα πήρε η Ιωάννα πάνω της, ρωτούσε τον Νίκο ωσάν να μην ήμασταν εκεί, “εσύ τι θες να πάρουμε; μήπως να μη φάμε πίτσα σήμερα, πάλι κοτόπουλο;” Δεν μας ρώτησε καν τι θέλουμε ή αν έχουμε αλλεργία/προτίμηση, κάτι που πάντα γινόταν σε τέτοια βράδια. Ένιωσα λίγο σαν να μην θέλει να είμαστε εκεί, ή να έπαιζε κάποιο άλλο project εκείνο το βράδυ και τους διακόψαμε.
Η Μαριάνα (που γενικά δεν σκάει) μετά από λίγο με ρώτησε ψιθυριστά αν κάναμε κάτι λάθος, και της είπα “μάλλον όχι, αλλά ας το αφήσουμε”. Η αμηχανία όμως είχε χτυπήσει κόκκινο.
Όταν τελικά καθίσαμε να φάμε, πάλι τα ίδια: η Ιωάννα μιλούσε κυρίως με τον Νίκο και αγνοούσε τις ερωτήσεις μας. Δεν είναι ότι ζητούσα να είμαστε το κέντρο προσοχής ή ότι περιμέναμε να γίνει πάρτυ. Αλλά αυτό το vibe του “ήρθατε αλλά δεν σας ήθελα” με ξενέρωσε.
Εκεί, προς το τέλος, φαίνεται πως δεν άντεξα και το είπα κάπως γυριστά. “Ρε Ιωάννα, αν ήμασταν βάρος, να το πεις, να μην σε ζορίζουμε.” Το ’πα χωρίς ένταση αλλά ίσως με λίγο νεύρο. Ο Νίκος πάγωσε, η Μαριάνα με κοίταξε και ψιλοψιθύρισε “μην το παίρνεις προσωπικά”, αλλά η Ιωάννα ξέσπασε. Είπε ότι τελευταία τρέχει με deadlines, είναι πτώμα και ότι δεν αντέχει άλλο να φέρεται σαν “η οικοδέσποινα που ευχαριστεί τους πάντες”.
Εξήγησε ότι το τελευταίο διάστημα με τον Νίκο, εκείνος την πιέζει να κάνουν παρέες ακόμα κι όταν εκείνη δεν θέλει, και ότι εν τέλει “όλοι έρχονται φορτωμένοι, περιμένουν service και παρέα και εγώ πρέπει να τα βγάλω;” Δεν πρόλαβα να απαντήσω, γιατί ο Νίκος σηκώθηκε και της είπε “είσαι άδικη αυτή τη στιγμή”, και η φάση ξέφυγε στους τόνους αρκετά. Σε εκείνο το σημείο η Μαριάνα μου ψιθύρισε να φύγουμε.
Εκείνη τη στιγμή το σκέφτηκα—μήπως εγώ το κλιμάκωσα; Αν ήμουν πιο διακριτικός, απλά να κάνω πως δεν βλέπω, θα περνούσε η βραδιά; Ή μήπως δύσκολα μπορούσε να σωθεί έτσι κι αλλιώς; Απ’ την άλλη, ένιωσα ότι δεν με σέβονταν σαν καλεσμένο, έστω έναν βασικό βαθμό συντροφικότητας. Αν εγώ μια τέτοια μέρα δεν άντεχα, θα το ακύρωνα. Η Μαριάνα με ρώτησε στο ασανσέρ γιατί της μίλησα έτσι (εννοώντας την Ιωάννα), και της είπα “απλά, ένιωσα βλάκας”.
Την επόμενη μέρα μου ήρθε μήνυμα από τον Νίκο: “συγγνώμη για χτες, δεν φταις εσύ, ίσως να διαχειριστούμε αλλιώς τις επόμενες παρέες”. Του είπα δεν τρέχει, αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να πω και συγγνώμη εγώ. Τηλεφώνησα στη Μαριάνα και μου είπε “εντάξει, κι εκείνη είχε φερθεί σνομπ”, αλλά κάπως ένιωθα ότι πήρα φωτιά από το πουθενά.
Το σκέφτομαι από τότε. Έπρεπε να το αφήσω να περάσει βράδυ-βράδυ; Ή να μην το σχολιάσω μπροστά στον Νίκο και να το πιάσω περισσότερο ιδιωτικά με την Ιωάννα; Ή ακόμα κι αν μου κακοφάνηκε, μήπως ήταν δικαίωμα της Ιωάννας να μην κάνει τον καλό οικοδεσπότη, ακόμα και όταν έχει κόσμο; Δεν έβγαλα άκρη, αλήθεια.
Από τότε έχουμε μουδιάσει όλοι, δεν έχουμε ξαναμιλήσει ιδιαίτερα. Νιώθω λίγο τύψεις, ταυτόχρονα όμως και θυμό. Δεν ήθελα να το κάνω θέμα, αλλά μου βγήκε αυθόρμητα, λες και μάζευα μέρες κάτι που δεν πρόσεχα.
Αν ήμουν εγώ υπερβολικός; Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.
