AITA STORIES – Έφτασα στα όριά μου με την πίεση της παρέας να πιω και χάλασα το ΣΚ στο εξοχικό
Λοιπόν παίδες, δεν το κάνω συχνά αυτό, αλλά πραγματικά με ταλανίζει και δεν ξέρω αν υπερέβαλα ή απλά είμαι εγώ υπερευαίσθητος. Οπότε σας γράφω εδώ με το χέρι στην καρδιά ελπίζοντας να μου πείτε τι φάση, γιατί με τη δική μου παρέα τα έχουμε ψιλοσπάσει προσωρινά για το θέμα, οπότε ούτε ουδέτερη γνώμη παίρνω πια.
Λίγες μέρες πριν, είχαμε κανονίσει με την παρέα μια «μικρή απόδραση» σε ένα κοντινό εξοχικό για ΣΚ. Εγώ, η κοπέλα μου η Μάρθα, οι δυο κολλητοί μου ο Θάνος κι ο Γιώργος, η κοπέλα του Θάνου (η Λένα) και η Κάτια, φίλη μας επίσης. Κάτι ελεύθερο, να ξεφύγουμε απ’ τη ρουτίνα. Τα κλασικά: χαλαρά, μπάνιο, ψήσιμο, παιχνίδια, κουβέντα μέχρι αργά. Από πριν λέγαμε όλοι ότι «θα χαλαρώσουμε», «θα προσέχουμε ο ένας τον άλλον» και λοιπές τέτοιες ωραίες διαβεβαιώσεις.
Φτάνουμε Παρασκευή βράδυ. Εγώ ήμουν και λίγο στρεσαρισμένος απ’ τη δουλειά. Το λέω, το βλέπουν όλοι, μου λένε να χαλαρώσω. Παίζει ο πρώτος μικροκαβγάς με τη Λένα και τον Θάνο για το μπάνιο – κλασικά, ποιος θα το χρησιμοποιήσει, ποιος αργεί, τέτοια. Εγώ χαβαλέ, δεν μ’ ενόχλησε. Το βράδυ, όμως, πάει η παρέα κοντά στη θάλασσα για μπύρες και κουβέντα. Εγώ αναφορά, έχω πιεί μόλις ένα ποτήρι. Εκεί αρχίζουν τα «πειράγματα», τα αστεία – να κάνουμε «ρεζίλι» δηλαδή, τύπου «ποιος θα βγει πιο μεθυσμένος», «ποιος αντέχει» κτλ. Τέρμα κλισέ, αλλά και λίγο εφηβικό για τα γούστα μου.
Την επόμενη μέρα, Σάββατο, οι πλάκες συνεχίζονται. Φαίνεται υπάρχει μια διάθεση από τους άλλους να πιούμε αρκετά – εγώ δε μπορώ, γιατί την Κυριακή θέλω να φύγω πρωί για να γυρίσω νωρίς Αθήνα, έχω και δουλειές. Εξηγώ ότι δεν θα το παρακάνω. Γενικώς ποτέ δεν ήμουν του αλκοόλ – social πίνω, αλλά μέχρι εκεί. Ο Θάνος και η Κάτια επιμένουν. «Έλα, ρε, τι κάνεις έτσι;», «Μην είσαι ξενέρωτος» και κάτι τέτοιες ατάκες που δεν λένε τίποτα συνήθως, αλλά εμένα εκείνη τη στιγμή με πείραζαν γιατί ένιωθα πως με πίεζαν ενώ όλοι ξέραν ότι έχω και λόγους.
Αποτέλεσμα: το βράδυ Σαββάτου, τους το βγάζω. Τους λέω ευθέως, «παιδιά, αράξτε λίγο με τα πειράγματα, δεν είμαι του αλκοόλ, το ‘χω πει, αφήστε με να περάσω καλά όπως μπορώ». Εκεί κάπως μαζεύονται, αλλά η Κάτια ρίχνει το κλασικό, «σιγά μωρέ, μην αγχώνεσαι – κάνουμε χαβαλέ!» Η Μάρθα πήρε το μέρος μου, είπε πως όντως το έχουμε παρακάνει και πρέπει να σέβονται κάποιον αν δεν θέλει να πιει, αλλά φάνηκε σαν να τους χαλάσαμε το κλίμα. Εγώ, να σας πω την αλήθεια, όντως ένιωσα άσχημα. Από τη μία επειδή ένιωθα σαν να είμαι «ο ξενέρωτος» που τους μαγαρίζει το ΣΚ, από την άλλη γιατί δεν μπορώ να κάνω ότι δεν με νοιάζει όταν κάτι με φέρνει σε δύσκολη θέση.
Το επόμενο πρωί, Κυριακή, ήταν όλοι πιο ψυχροί μαζί μου – εκτός απ’ τη Μάρθα. Ούτε πειράγματα, ούτε χαβαλέδες, ούτε γέλια. Ήμασταν λες κι είχε πεθάνει κανένας. Μαζέψαμε, ήπιαμε έναν καφέ στα πεταχτά και φύγαμε ήσυχα, χωρίς το συνήθες ανεβασμένο κλίμα. Πίσω, στο αμάξι, αναλύω το θέμα με τη Μάρθα – μου λέει ότι θεωρεί πως καλά έκανα κι έβαλα τα όριά μου, αλλά ίσως να το είπα λίγο απότομα ή «παγερά». Εμένα η αλήθεια είναι ότι το είπα όσο ευγενικά μπορούσα, αλλά δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ίσως η ενέργεια της στιγμής και τα νεύρα μου βγήκαν στον τόνο μου.
Μέσα στη βδομάδα, οι Θάνος και Κάτια αραίωσαν αρκετά μαζί μου. Μου στέλνουν, ναι, αλλά όλο κάπως τυπικά. Είδαμε και κάτι stories τους το επόμενο ΠΣΚ που βγήκαν χωρίς εμάς – πιο κλειστή φάση. Δεν το έχω φέρει κουβέντα, γιατί φοβάμαι πως αν το ξαναβγάλω, θα το κάνω χειρότερο. Βέβαια, δεν θεωρώ ότι είπα τίποτα προσβλητικό, ούτε ύψωσα τόνους, απλά δεν μπορούσα να συνεχίσω να γελάω, λες κι όλα καλά, όταν μέσα μου ένιωθα σαν να με βάζουν στη γωνία για κάτι που έχει ήδη ξεκαθαριστεί.
Από την άλλη αντιλαμβάνομαι ότι αυτοί είχαν στο μυαλό τους το κλασικό «χαβαλέ» που κάνουμε κάθε φορά, και μπορεί να τους φάνηκε πως απλά χάλασα την παρέα χωρίς σοβαρό λόγο. Δηλαδή, να σκέφτονται ότι είναι υπερβολή να ενοχληθώ τόσο και να το κάνω θέμα, ή ακόμα και να θεωρήσουν ότι τους κάνω «παρατήρηση» λες και είναι παιδιά. Βλέπω την οπτική τους – κι εγώ στη θέση τους ίσως θα έλεγα «έλα μωρέ, κάνε ότι αντέχεις, σιγά», αλλά νιώθω κι όλας ότι έπρεπε κι αυτοί να καταλάβουν πως κάποιοι απλά δεν γουστάρουν να πίνουν ή να μπαίνουν σε αυτό τον ανταγωνισμό «ποιος θα λιώσει πρώτος» κάθε φορά.
Δηλαδή, τελικά δεν ξέρω: ήμουν εγώ ο υπερβολικός που το τράβηξα και χαλάρωσα την ατμόσφαιρα; Μήπως αν το άφηνα να περάσει και γελούσα απλά θα το είχαν ξεχάσει και δεν θα άλλαζε τίποτα; Είναι υποχρέωσή μου να συμμετέχω σε ό,τι περνάει καλά η παρέα, ή ισχύει ότι αρκεί να πω «δεν θέλω» και τελειώσαμε; Αλλά και το πού σταματά η πλάκα και αρχίζει η έλλειψη σεβασμού, είναι λίγο θολή περιοχή, ειδικά όταν όλοι λέμε ότι είμαστε «μεγάλοι άνθρωποι» αλλά λειτουργούμε λίγο σαν παιδιά στον χαβαλέ.
Νιώθω περίεργα – από τη μια υποστηρίζω το πώς έθεσα τα όριά μου και ένιωσα ανακούφιση όταν το «ξέρασαν» από πάνω μου, από την άλλη σκέφτομαι μήπως τελικά ήμουν εγώ αυτός που κάνει drama για το τίποτα. Και τώρα, φοβάμαι ότι μπορεί να χρειαστεί να ξαναμιλήσουμε όλοι μαζί για να ξεκαθαρίσουμε πράγματα που ίσως δεν έπρεπε καν να φτάσουν ως εδώ.
Οπότε, τι λέτε ρε παιδιά; Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας;
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.
