AITA STORIES – Ο συγκάτοικος, η κοπέλα του και το δικαίωμα να νιώθεις σπίτι σου
Είναι η πρώτη φορά που γράφω κάπου τη σκέψη μου, γι’ αυτό συγχωρέστε μου τις φλυαρίες ή τυχόν συναισθηματικές εξάρσεις. Θέλω πραγματικά να ξέρω αν ήμουν υπερβολικός ή απλώς άνθρωπος.
Εδώ και ενάμιση χρόνο συγκατοικώ με τον φίλο μου, τον Νίκο. Είμαστε και οι δύο στα μέσα των 30, δουλεύουμε full time, γενικά συμβαίνουμε οικονομικά, αν και τα κουτσοκαταφέρνουμε με λίγη πίεση. Πήραμε μαζί το διαμέρισμα και μοιραζόμαστε τα έξοδα ακριβώς στη μέση, σε όλα. Δεν είμαι ο τέλειος συγκάτοικος, το ξέρω―είμαι λιγάκι αρνητικός με τα πάρτι, μερικές φορές καθυστερώ κάτι μικροποσά, μπορεί να αφήνω μερικά ποτήρια στον νιπτήρα για αργότερα. Θεωρώ όμως πως προσπαθώ και κάνω πίσω για να αποφεύγονται εντάσεις.
Η σχέση μας είχε καλές βάσεις κι ακόμα εξακολουθώ να τον θεωρώ φίλο. Τις τελευταίες εβδομάδες όμως, διαπίστωσα κάποιες αλλαγές στη συμπεριφορά του Νίκου. Μετακόμισε πρόσφατα στην πόλη η κοπέλα του, η Ανθή, και σχεδόν αμέσως άρχισε να κοιμάται σε μας τέσσερις-πέντε βραδιές τη βδομάδα. Δε θα πω ότι με πείραξε εξαρχής· το καταλαβαίνω, ερωτευμένοι άνθρωποι είναι, έχουμε περάσει όλοι από αυτό.
Όμως ειλικρινά, παιδιά, όσο αυξανόταν η παρουσία της στο σπίτι, τόσο και η δική μου άνεση έπεφτε στα τάρταρα. Ξεκίνησε αθόρυβα: μια οδοντόβουρτσα στην τουαλέτα, κάτι αρώματα στο μπάνιο, μερικά ρούχα στον καναπέ. Μετά κατέληξα να γυρνάω μετά τη δουλειά και να βρίσκω την Ανθή να βλέπει Netflix στο σαλόνι, με ένα δικό της τσάι στα χέρια κι εγώ να προσπαθώ να διαβάσω τα mail μου από το κινητό στην κουζίνα. Δεν λέω, πολιτισμένη είναι, λέει μια καλησπέρα, αλλά αισθάνθηκα σιγά σιγά σα να γινόμουν καλεσμένος στο ίδιο μου το σπίτι. Το pαράξενο κιόλας, άρχισε να χρησιμοποιεί τα πάντα – τα σκεύη, τις πετσέτες, το πλυντήριο, ώσπου μια μέρα έφτιαξε πρωινό με τα δικά μου υλικά (αβγά, τυρί, ακόμη και το ψωμί που είχα κρατήσει για το βράδυ, επειδή όπως είπε “έλειπε στο ράφι”). Το μικρότερο ποσό είναι, πείτε, αλλά για μένα ήταν το σύμπτωμα του προβλήματος.
Το ανέφερα στον Νίκο ήρεμα, χωρίς ένταση: “Ρε συ, μήπως να έλεγε και καμιά φορά η Ανθή να φέρει μερικά δικά της;” ή “μαζεύονται πολλά πράγματα, αρχίζει να φαίνεται σαν να είμαστε τρία άτομα εδώ”… Μου είπε ότι δεν το είχε σκεφτεί κι ότι θα της το πει με όμορφο τρόπο. Δεν άλλαξε τίποτα. Πάλι πλυντήριο με τα ρούχα μου μέσα, πάλι άδειο το σαμπουάν μου όταν πάω να κάνω μπάνιο, πάλι δυο άτομα στο σαλόνι με παρέα το Netflix και το laptop μου παραπεταμένο.
Η ένταση χτίστηκε σιγά σιγά. Έφτασα στο σημείο να αποφεύγω να πηγαίνω σπίτι συγκεκριμένες ώρες, νιώθοντας ξένος στη γωνιά που πλήρωνα μισά μισά. Eίπα να μη μιλήσω άλλο, ίσως γίνει αυθόρμητα. Αλλά δεν έγινε. Μια μέρα, αφού βρήκα πάλι άδειο το ψυγείο από δικά μου πράγματα, βγήκα εκτός. Δεν φώναξα, απλώς πήγα ευθεία στον Νίκο και του είπα με σοβαρό ύφος:
“Πες μου ρε φίλε, τι παίζει; Πληρώνουμε φουλ νοίκι εδώ κι εγώ νιώθω σαν τρίτος. Τώρα να περιμένω να με ρωτάει η Ανθή πότε μπορώ να μπω να κάνω μπάνιο, ή να αρχίσω να της ζητάω μερίδιο στα κοινόχρηστα;”
Φυσικά σκάλωσε. Μου είπε ότι είμαι υπερβολικός, πως θα μιλούσε πάλι μαζί της αλλά όλα χρειάζονται χρόνο, κι ότι πρέπει να καταλάβω πως είναι “προσωρινή φάση”. Εγώ αντέτεινα ότι δε γίνεται να τα αφήνουμε έτσι, τουλάχιστον ας συμφωνήσουμε σε κάτι: είτε προσθέτουμε ένα μικρότερο μερίδιο στα κοινόχρηστα για τις μέρες που μένει, είτε θέτουμε όρια στο πού αφήνει πράγματα και τι χρησιμοποιεί. Εκείνη τη στιγμή βγήκε και η Ανθή από το δωμάτιο, μάλλον είχε ακούσει φασαρία. Προσπάθησα να το κρατήσω χαμηλά, αλλά το βλέμμα της είχε μέσα ενοχή και λίγο θυμό – ποιος ξέρει αν φάνηκα αγενής τελικά.
Πέρασαν μερικές μέρες κάπως παγωμένες, δεν άλλαξε τίποτα. Πέτυχα τον Νίκο κάποια στιγμή να μαζεύει κομμένα φρούτα από το δικό μου ψυγείο, τον ρώτησα αν είχε σκοπό να μου τα αντικαταστήσει. Μου είπε “μη γίνεσαι σπαστικός, λίγα φρούτα είναι, δεν πειράζει”. Εκεί ένιωσα ότι με βλέπουν σχεδόν ως παραξενιά.
Αυτή η κατάσταση με έφερε σε αμφιβολία: ήταν δηλαδή τόσο μεγάλο το θέμα; Μήπως όντως παίζω το κάθαρμα επειδή δεν μπορώ να χαλαρώσω; Μήπως είναι δικιά μου ανασφάλεια κι όχι προσβολή; Μια φίλη μου είπε ότι καλά κάνω και βάζω όρια, ότι στην ουσία μένει τρίτος άνθρωπος χωρίς συμμετοχή στον χώρο και στο κόστος. Ο αδερφός μου με δουλεύει, λέει πως “αυτή είναι η συγκατοίκηση, συμβιβάζεσαι”. Από μέσα μου όμως νιώθω αμήχανα―ούτε φίλο ήθελα να διώξω, ούτε να χαλάσω ζευγάρι. Ίσα-ίσα, ήθελα να προστατεύσω το κομμάτι της προσωπικής μου ζωής και να νιώθω σπίτι μου.
Γι’ αυτό ρωτάω ειλικρινά: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της ιστορίας που το πήρα βαριά κι αντέδρασα έτσι ή λογικά έβαλα κάποια όρια; Θα ήθελα πραγματικά τη γνώμη σας.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιώργος.
