AITA STORIES – Είμαι ο μαλάκας που δεν μπορώ να ακολουθήσω την τάξη και το πρόγραμμα της συντρόφου μου στη συγκατοίκηση;
ΟΚ, θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο αντικειμενικός γίνεται, γιατί πραγματικά δεν ξέρω αν ήμουν ο μαλάκας της υπόθεσης ή αν απλά κάπου δικαιολόγησα τον εαυτό μου παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Λοιπόν, πάμε:
Είμαι 34 χρονών, μένω σε δυάρι στα Πετράλωνα εδώ και 5 χρόνια, και πλέον δουλεύω αποκλειστικά από το σπίτι, σαν web developer. Τους τελευταίους 8 μήνες μένει μαζί μου και η φίλη μου, η Έλενα (36), γιατί το σπίτι της το νοίκιασε, μιας που έφυγε ένας συμφοιτητής της στο εξωτερικό και δεν ήθελε να ψάχνει καινούριο ενοικιαστή (μακρά ιστορία). Τα έχουμε πέντε χρόνια, αλλά πρώτη φορά συγκατοικήσαμε κανονικά και όχι απλά “πέρασε-ένα-βράδυ”.
Αυτό που με προβλημάτισε απ’ την αρχή είναι το πώς διαχειριζόμαστε την καθημερινότητά μας. Εγώ εργάζομαι 9-6, κυρίως από το γραφείο, δεν με πειράζει να κάνω δουλειές, αλλά είμαι τύπος που, ας πούμε, αν υπάρχουν πιάτα στον νεροχύτη, μπορώ να τα αφήσω μια μέρα χωρίς να πεθάνω. Η Έλενα, από την άλλη, είναι πολύ πιο τακτική, δλδ θέλει τα πάντα στην εντέλεια, τρελαίνεται αν δει σκόνη στο τραπέζι, και έχει φίλους που συνηθίζουν να περνάνε απ’ το σπίτι ακόμα και χωρίς προειδοποίηση.
Αρχικά όλα πήγαιναν καλά, μοιράζαμε τις δουλειές, προσπαθούσα να είμαι εντάξει, αν και η αλήθεια είναι ότι σε κάποιες φάσεις βαριόμουν κι έκανα τα ελάχιστα — για παράδειγμα, το μπάνιο το σκούπιζα μόνο αν χρειαζόταν επειγόντως και γενικά δεν είμαι τύπος που του βγαίνει να βάζει πρόγραμμα. Η Έλενα κάθε εβδομάδα έκανε οργανόγραμμα (“δεύτερα σκουπίζουμε, τρίτη τακτοποιούμε τη βεράντα” κλπ). Εγώ το θεωρούσα υπερβολή, αλλά ok, για χάρη της συμβίωσης λέω “βάλε πρόγραμμα, θα προσπαθήσω”.
Το πρώτο καμπανάκι χτύπησε όταν μου είπε: «Σήμερα θα ’ρθει η παρέα μου για μπρουάντς, θα βοηθήσεις να καθαρίσουμε;» Ήταν Κυριακή, είχα σκοπό να δω έναν φίλο για καφέ, της το εξήγησα, αλλά μου είπε “δεν πειράζει, μισή ωρίτσα να βοηθήσεις”. Οκέι, το έκανα, αν και μετά λίγο ήμουν νευριασμένος, ένιωθα ότι διάλεξε μονομερώς πότε να μαζέψουμε, χωρίς να με ρωτήσει. Δεν το είπα.
Συνολικά, το κλίμα ήταν καλό, αν και όλο και συχνότερα εκείνη γκρίνιαζε για δουλειές που μου ξέφευγαν — π.χ. αν ξέχασα να βάλω πλυντήριο, ή δεν καθάρισα τα θρυψαλλάκια ψωμιού στον πάγκο, το ‘έπαιρνε βαριά’. Εγώ έλεγα “σιγά, δεν έγινε κάτι”, εκείνη το έβλεπε σαν μονομέρεια κι ότι υπονομεύω την προσπάθεια να υπάρχει καθαριότητα. Άρχισα να προσπαθώ περισσότερο (ή έτσι πίστευα), αλλά πάντα όλο και κάτι μου χρέωνε — “πάντα εγώ σφουγγαρίζω”, “πάντα εγώ ξεσκονίζω”, “μόνο εγώ ανανεώνω τα σφουγγάρια”.
Πριν δύο εβδομάδες λοιπόν ήμουνα ζορισμένος στη δουλειά, μου ‘ρθαν κάτι καταλυτικές προθεσμίες και ήμουν από τις εννιά ως τις δώδεκα στο laptop, χωρίς να σηκώσω κεφάλι. Η Έλενα έλειπε στη δουλειά της (βιβλιοπωλείο). Εκείνη τη μέρα ξέχασα να πάω σούπερ μάρκετ, αν και υποτίθεται θα πήγαινα για βασικά πράγματα (καφές, σαπούνι, γάλα). Μου το είχε στείλει και σε μήνυμα – “μην ξεχάσεις να πάρεις”. Ορκίστηκα στον εαυτό μου ότι θα πήγαινα, αλλά λέω “θα προλάβω το βράδυ”, τελικά δεν πρόλαβα γιατί κάναμε call στο γραφείο για κάτι τεχνικά μέχρι αργά. Εκείνη γύρισε, είδε πως το ψυγείο είναι άδειο, πως δεν είχε καφές καν για το πρωί και, ειλικρινά, έκανε φασαρία. Εγώ τότε εκνευρίστηκα, ήμουν ήδη κουρασμένος, της είπα “δεν έγινε και τίποτα, αύριο θα πάω όλα μαζί”, εκείνη όμως ξέσπασε: “όλα τελευταία στιγμή, όλα τα αφήνεις πάνω μου, πάντα πρέπει να στα λέω”.
Απάντησα ίσως λίγο παθητικά-επιθετικά, “έλα ρε Έλενα, να δεις κι εσύ πώς είναι να μην τα προλαβαίνεις όλα – δεν είναι όλος ο κόσμος με λίστες κάθε μέρα, μην πάθεις και κάτι αν μείνουμε χωρίς ντεκαφείν ένα πρωί”, κι εκείνη φούντωσε πολύ, είπε “συγνώμη που θέλω να έχω σπίτι να λειτουργώ σαν άνθρωπος”. Αρκετά φορτισμένη σκηνή, με δάκρυα και απ’ τις δύο πλευρές. Εγώ απλά έβαλα τα ακουστικά και έκατσα στον υπολογιστή. Εκείνη μάζεψε πράγματά της, πήρε ένα βιβλίο και έφυγε να κοιμηθεί στη μαμά της εκείνο το βράδυ.
Την επομένη γυρίσαμε στο σπίτι ψυχραμένοι. Προσπάθησα να της πω ότι υπερβάλλει, ότι όλοι έχουμε μέρες που “μάς παίρνει η μπάλα”, εκείνη μου επανέλαβε πως έχει νιώσει πολλές φορές ότι όλη η ευθύνη πέφτει σε εκείνη. Υποσχέθηκα να προσπαθήσω περισσότερο, αλλά βαθιά μέσα μου αναρωτιέμαι αν απλά ζητάει πράγματα που είναι αδύνατον να γίνουν – δεν μπορεί κάποιος να είναι συνέχεια στην τσίτα για το κάθε τι στο σπίτι, τι να κάνουμε τώρα δηλαδή;
Από την άλλη, καταλαβαίνω ότι ίσως να μην έκανα αρκετή προσπάθεια στο να μοιραστώ το βάρος της καθημερινότητας, να μην έδειξα κατανόηση στο κομμάτι ότι αυτά τα “μικρά” για μένα μπορεί για εκείνη να είναι πολύ σημαντικά για να αισθάνεται ασφάλεια, άνεση, τάξη στο χώρο της. Δεν είμαι και ο μόνος που δουλεύει, έχει και εκείνη υποχρεώσεις, και πιθανώς βλέπει τη στάση μου σαν αδιαφορία.
Δεν ξέρω αν η όλη σύγκρουση έχει σημασία βαθύτερη, ή αν εγώ έχω κολλήματα με την ανεξαρτησία μου και δεν αφήνω χώρο σε δεύτερο άνθρωπο στη ζωή μου. Από την άλλη, αναρωτιέμαι αν και η Έλενα μπορεί να είναι λίγο παραπάνω εμμονική με την τάξη – όλοι οι άνθρωποι έχουν τις “φάσεις τους”, δεν πάνε όλα με πρόγραμμα.
Προς το παρόν έχουμε ηρεμήσει, αλλά θέλω να ξέρω: Ήμουν εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης που τα πήρα όλα αψήφιστα και δεν της έδειξα ότι συμμετέχω όσο πρέπει στη συγκατοίκηση; Ή μήπως είναι δικαιολογημένο να ζητάω και λίγο “χαλαρότητα” στις δουλειές και στις υποχρεώσεις;
Αυτή την ιστορία μάς την έστειλε ο Μιχάλης.
