Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Το στοιχειωμένο διαμέρισμα στα Σεπόλια

Όλα ξεκίνησαν μια Τετάρτη απόγευμα, από εκείνες τις νωχελικές που δεν έχεις καμία διάθεση να κάνεις κάτι ουσιαστικό, ούτε και να μείνεις τελείως άπραγος. Ήταν Απρίλης, είχε μόλις πιάσει εκείνη η παράξενη δροσιά που φωνάζει ‘άνοιξη’ αλλά συνάμα γυρνάει ένα κλειδί νοσταλγίας μέσα σου. Τότε μένω μόνος μου στα Σεπόλια, σε μια σχετικά παλιά πολυκατοικία, από αυτές που ακόμα και το φως του διαδρόμου σου φαίνεται λιγάκι πιο κίτρινο απ’ ό,τι είναι στ’ αλήθεια. Ήμουν σπίτι, σκεφτόμουν να κάνω καφέ για να ξεγελάσω το απόγευμα, όταν χτύπησε για λίγο το τηλέφωνο – ο παλιός, πράσινος ήχος της συσκευής, λίγο ξερός, σαν δόνηση από το παρελθόν.

Ήταν η Μαρίνα, φίλη από το πανεπιστήμιο. Μου ‘πε απλά, δίχως πολλά: «Πάρε ένα μπουφάν, πάμε για βόλτα. Έχεις κέφια;» Και αν δεν είχα, κι εγώ είπα πως έχω.

Κατεβήκαμε κάτω, προχώρημα στην Πατησίων, γελώντας με κάτι ιστορίες για διόδια, προχειρότητες και πρώην. Περίπου στα φανάρια της Αγίου Μελετίου, θυμήθηκε η Μαρίνα μια οικοδομή — «Εδώ μέσα μεγαλώναμε μέχρι τα δώδεκά μας, πριν τη ρίξουν. Θυμάσαι που λέγαμε πως είναι στοιχειωμένη;» Γέλασα, δήθεν αδιάφορα. Μόνο που δεν είχε καμία οικοδομή εκεί όταν έμενα εγώ τριάντα χρόνια πριν— ή μήπως είχε;

Ήρθε έτσι, άκοπα, η ιδέα να τη δούμε, να μπούμε μέσα. Η οικοδομή, τόσο εγκαταλειμμένη, έστεκε πλάι σε ένα μισογκρεμισμένο περίπτερο, δίπλα σε εκείνο το σπίτι που έχει πάντα πατημένη κουρτίνα. Το χρώμα του τοίχου, σταχτί προς σκούρο, τούβλα που ξεπρόβαλλαν απ’ τα ραγίσματα, μυρουδιά υγρασίας και χλωρίνης από κάπου πιο κάτω.

Περάσαμε το καγκελάκι—όχι πως εμπόδιζε κανέναν. Πατήσαμε πάνω στα ξεραμένα φύλλα. Ακούστηκε ένα ‘κρακ’ κάτω απ’ το πόδι μου. Πρώτη περίεργη λεπτομέρεια: Το κρακ ήχησε πολύ πιο δυνατά απ’ όσο άρμοζε, κι αντηχούσε σαν να είχε βάθος το πάτωμα, κάμποσα μέτρα. Κι ύστερα, όταν φτάσαμε κοντά στην είσοδο, η Μαρίνα μού έγνεψε να ακούσω. Υπήρχε ένας θόρυβος—όχι βήματα, αλλά σαν κάτι να συρόταν πολύ αργά πάνω στα πλακάκια πιο μέσα. Ο αέρας ήταν σχεδόν στατικός.

Ανεβήκαμε τη σκάλα. Δεν υπήρχε τίποτε ιδιαιτέρως αναπάντεχο εκεί—εκτός από κάτι μέσα μου που, ξαφνικά, με έκανε να προσέξω πως τα σκαλοπάτια ήταν ένα περισσότερα απ’ ό,τι δηλώναν οι ρωγμές στο σοβά. Δηλαδή, αυτό δε μπορώ να το εξηγήσω λογικά—κάθε φορά που ανέβαινα, ήταν ένα ακόμη σκαλί. Η Μαρίνα δε φαινόταν να το παρατηρεί.

Στον δεύτερο όροφο σταθήκαμε σε ένα ημίφως. Εκείνη κοίταξε προς μια μισόκλειστη πόρτα με ξεφτισμένη ταμπέλα. Δεν έγραφε πια τίποτα· κάτι σκιές όμως στο βάθος του διαδρόμου—τίποτα χειροπιαστό, περισσότερο σαν μια εντύπωση πως κάποιος ήταν εκεί, ή ίσως μόλις είχε περάσει. Δε μιλήσαμε για αυτό. Ήπια ψέματα, κι ας το ‘χα δει ξεκάθαρα από την άκρη του ματιού.

Η Μαρίνα δήθεν αστείευε: «Δες, ό,τι έλεγε η γιαγιά μου, πως αυτά τα σπίτια έχουν… δεν ξέρω, ανάσες δικές τους». Καθώς μου το ‘πε, το χέρι της πήγε να ακουμπήσει την πόρτα. Μόνο που κανένας μας δεν περίμενε το σιγανό, σχεδόν συριστικό ήχο που αναδύθηκε μέσα απ’ το διαμέρισμα, πριν καν ανοίξει.

Ήταν στ’ αλήθεια ένας ήχος κοντινός, χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί μοιάζει σαν κάτι γνώριμο και παλιό, αλλά παράταιρο εδώ: ψίθυροι, ίσως κάτι σα φύλλο χαρτί που τσακίζεται πολύ αργά – ή ένας παλιός κινητήρας που παίρνει μπρος, αλλά ‘στραβώνει’.

Σκοτεινιά, πάντα παρούσα, σε μια γωνία όλο έμενε πιο μαύρη. Το φως του διαδρόμου άπλωνε κατά διαστήματα, σαν να θολώνει και να γεμίζει κιτρινίλες ο αέρας. Καθώς σπρώξαμε τελικά, η πόρτα έκανε ένα τσιριχτό, αφύσικο ήχο.

Μέσα εκεί το διαμέρισμα… Όσο περισσότερο προσπαθώ να θυμηθώ πώς ακριβώς ήταν, τόσο πιο θολές γίνονται οι εντυπώσεις μου. Θυμάμαι όμως έντονα το εξής: στον τοίχο αριστερά είδα έναν καθρέφτη, παλιό, ραγισμένο, με μαυρισμένη γωνία. Και καθώς περνούσα από μπροστά του, το είδωλό μου φάνηκε για κλάσμα λες και κοίταξε προς έναν σκοτεινό διάδρομο που εγώ δεν έβλεπα – δηλαδή, τα μάτια μου εκεί μέσα, κοιτούσαν αλλού.

Μετά, ένα μικρό κουτάκι ξύλινο, πάνω σε ένα τραπέζι καλυμμένο με εφημερίδα του ’82 (το είδα καθαρά), να στάζει νερό – όχι από πάνω, το κουτί το ίδιο έσταζε. Δεν σ’ αφήνει ήσυχο αυτή η εικόνα, ειδικά όταν βλέπεις το μουσκεμένο τραπεζομάντηλο από κάτω.

Η Μαρίνα, πάντα μπροστά, πηγαίνει αμέριμνα προς το παράθυρο, προσπαθώντας να το σηκώσει, να πάρει αέρα. Αλλά αυτό δεν ανοίγει, παρά μόνο βγάζει ένα βραχνό τρίξιμο, και λίγες σταγόνες νερού γλιστρούν στο περβάζι, χωρίς βροχή. Και κάτι ακόμα – μια μαυρισμένη οδοντόβουρτσα δίπλα σ’ ένα σαπούνι που μυρίζει ακόμα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένιωσα κάτι —όχι υλικό, αλλά σαν υπόγειο ρεύμα— να ζυγώνει. Κάτι που δεν έβλεπες μα σε ζύγωνε, χωρίς να αποφασίζεις εσύ περί τίνος πρόκειται. Η θερμοκρασία του χώρου έπεσε απότομα, λες και μόλις έμπαινε μια χειμωνιάτικη πνοή. Κι όχι, δεν φταίει πως ήμουν τρομαγμένος· αυτή η ψυχράδα είχε βάρος και υφή.

Ένα τσιμουδιάσμα στο βάθος – κι έπειτα ακούγεται πως κάποιος σύρει ή γδέρνει κάτι βαρύ επάνω στο ξύλινο πάτωμα μέσα από το άλλο δωμάτιο. Η Μαρίνα μούγκρισε: «Πρέπει να φύγουμε». Και τότε όλος ο χώρος φάνηκε να μαζεύει την ανάσα του, να ρουφά πίσω τα πάντα.

Πίσω από την ασάφεια αυτού του διαμερίσματος, κάτι χτύπησε – σαν βήματα, αλλά αφύσικα επαναλαμβανόμενα, με λάθος αριθμό ανάμεσα, σαν να μην ήταν βήματα ανθρώπου, σαν να προσπαθούσε κάτι να τα μιμηθεί και να ξεχνούσε τη σειρά.

Όταν βγήκαμε έξω, κι αφήσαμε πίσω το σπίτι, το μπουφάν μου ήταν γεμάτο υγρασία κάτω από τα μανίκια, λες και κάπου με είχε αρπάξει νερό, ενώ δεν είχε πέσει σταγόνα εκεί μέσα. Η Μαρίνα δεν ήθελε να μιλήσουμε καθόλου. Δεν κοιταχτήκαμε. Την επόμενη μέρα, με πήρε τηλέφωνο μόνο και μόνο για να πει: «Δεν με καλεί τίποτα εκεί ξανά. Μην το αναφέρεις. Κι αν ακούσεις τίποτα να σύρεται κάτω απ’ το πάτωμα, μη γυρίσεις».

Η οικοδομή από τότε γκρεμίστηκε. Αλλά, κάθε φορά που περνάω έξω από εκεί, ακόμα και τώρα, έχω την αίσθηση πως αν σταθώ για λίγο, θ’ ακούσω πάλι εκείνον τον ήχο: το κρακ και το βαρύ τρίξιμο, σαν κάποιος να συρθεί για λίγο ακόμα δίπλα μου, σε χρόνο που έμεινε στάσιμος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.

You might also like