Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Το σπίτι του παππού στη Νέα Ιωνία

Δεν μπορώ να πω ότι ήταν κάτι ξεχωριστό εκείνη η μέρα – απ’ αυτές που ξεκινάνε με καφέ στη βεράντα και λίγη βαρεμάρα. Ήταν Δευτέρα, αρχές Νοέμβρη. Δεν θυμάμαι τον λόγο που αποφάσισα να περάσω από το σπίτι του παππού, το παλιό εκείνο μονοκατοικιό στη Ν. Ιωνία. Ίσως να είχα ανάγκη από λίγη ησυχία ή απλώς να το έβαλα πείσμα πως θα τακτοποιήσω κάτι κουτιά που είχαν μείνει με τα πράγματά του – μια υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου και όλο τήν ανέβαλλα.

Το σπίτι πάντα είχε μια μυρωδιά – κάτι μεταξύ κλεισούρας και παλιακής λεβάντας από τα σακουλάκια της γιαγιάς. Εκείνη τη μέρα, το φως που έμπαινε από τα παράθυρα ήταν όλο και λιγότερο – κάπως πιο θαμπό, σαν να έπεφτε πιο γρήγορα το σούρουπο εκεί μέσα σε σχέση με κάθε άλλο μέρος. Παράξενο, σκεφτόμουν, αλλά δεν έδωσα σημασία. Κλείδωσα πίσω μου όπως πάντα, και πήγα κατευθείαν στο μικρό χολ.

Τα κουτιά βρίσκονταν στο βάθος, στο παλιό γραφείο. Τ’ άφησα να περιμένουν, γιατί πρώτα ήθελα να κάνω έναν κύκλο στο σπίτι. Έχει μια παράξενη τακτοποίηση η μνήμη στο χώρο όταν λείπουν οι άνθρωποι – το τραπεζομάντηλο ακόμα βαλμένο, ένα ζευγάρι παντόφλες να στέκονται κάτω από τον καναπέ.

Καθώς περπατούσα, άκουσα ένα ελαφρύ, ξερό τρίξιμο. Το προσπέρασα για τους ξύλινους τοίχους – τ’ άκουγα πάντα παιδί. Ξαφνικά, όμως, είδα τη λάμπα του καθιστικού αναμμένη. Ούτε που θυμόμουν να την είχα ανάψει. Την έσβησα, κοιτώντας λίγο παραπάνω το δωμάτιο. Εκεί είδα κάτι που με έκανε να σταματήσω – μια πτυχή στο χαλάκι που δεν ήταν ποτέ εκεί. Κάποιος ή κάτι το είχε πατήσει. Αλλά το ότι το σκέφτηκα έτσι, απλώς το σημείωσα σαν άγχος μου.

Άνοιξα ένα παράθυρο να μπει αέρας. Τότε, ένα δυνατό ρεύμα το έκλεισε με δύναμη. Πετάχτηκα – δεν είχε καθόλου αέρα εκείνη την ώρα. Ούτε έξω δεν πουνούσε φύλλο. Τα μάτια μου έπεσαν στον καθρέφτη της εισόδου. Αυτό που με μπέρδεψε δεν ήταν τόσο η αντανάκλασή μου, αλλά ότι τον έπιασα να τρεμοπαίζει, σα να σκίαζαν κάτι πέρα από εμένα. Μια σκιά πέρασε σαν άνεμος. Έκανα δύο βήματα πίσω και, για μια στιγμή, μου φάνηκε πως από το βάθος, μέσα στο χολ, κάτι κρύφτηκε γρήγορα στη σκιά του διαδρόμου – μια εντύπωση περισσότερο, όχι καθαρή θέαση.

Σκέφτηκα να φύγω. Αλλά, όπως πάντα, κάτι σφιχτό σε καθηλώνει – «μην είσαι ανόητος,» είπα, «είσαι μόνος σου. Έλα στα συγκαλά σου». Έβαλα δυνατά το ραδιόφωνο, μια παλιά συσκευή που είχε μείνει για χρόνια, και τράβηξα αεράκι από όλο το σπίτι. Τότε ακούστηκε το παλιό κουδούνι της κουζίνας, ένα μεταλλικό «κλινγκ». Δεν λειτουργούσε αυτό το κουδούνι τουλάχιστον από το ‘90. Πήγα κοντά, άκουσα ένα βουητό – όχι από ηλεκτρισμό, μα σαν κάτι να σιγοψιθυρίζει από μια εστία μέσα στο δωμάτιο.

Τότε παρατήρησα το ρολόι. Τοίχου, παλιό. Οι δείκτες πάγωσαν ακριβώς στις 6:17. Κοιτάζω το κινητό μου – 7 παρά τέταρτο. Άκουγα ρολόι να χτυπά, μα δεν κινούνταν. Για λίγες στιγμές, νόμιζα πως έσβησε ο χρόνος στο σπίτι, όπως σβήνει το ρεύμα όταν έχει καταιγίδα. Αλλά έξω δεν είχε καταιγίδα, ούτε μ’ ένοιαζε τότε. Στο μεταξύ, το φως έξω είχε πορφυρίσει.

Πήγα να μαζέψω τα κουτιά. Ένα από αυτά είχε πάνω του κάτι περίεργο – μια κηλίδα υγρασίας, σαν παλάμη. Δεν υπήρχε διαρροή, άγγιξα το ξύλο – στεγνό. Ένιωσα ένα παγωμένο ρίγος στην κνήμη μου, σαν ηλεκτρισμός. Έσπασα το πρώτο κουτί, πέταξα κάτι παλιές εφημερίδες. Μία είχε πάνω σαν καψίματα. Παιδί θυμάμαι, δεν κάπνιζε κανείς τους στο σπίτι. Στην εφημερίδα υπήρχε ένας κύκλος, μισολιωμένος από το χρόνο, λες κι είχε μείνει σκιά κι όχι στάχτη πάνω.

Τα φώτα άναψαν μόνα τους. Ένα-ένα. Δεν σταμάτησα να τα σβήνω, αλλά κάθε φορά που έφτανα στην κουζίνα, άκουγα βήματα από το δωμάτιο του παππού. Στην αρχή τα αγνόησα, μέχρι που τα βήματα σταμάτησαν δίπλα στη μισάνοιχτη πόρτα. Κοίταξα από τη χαραμάδα. Δεν είδα τίποτα, αλλά ο αέρας βάρυνε – το σημείο εκείνο μύριζε κάρβουνο. Ένιωσα ότι αν άνοιγα την πόρτα, θα έβλεπα κάτι που δεν έπρεπε να δω.

Κόλλησα εκεί. Άρχισα να ψιθυρίζω στον εαυτό μου διάφορα ανόητα λόγια, σχεδόν να αυτοσυγκρατούμαι να μην τρέξω σχίζοντας τη νύχτα. Έκανα να φύγω, πέρασα με ταχύ βήμα μπροστά από την πόρτα – και τότε, είδα ξεκάθαρα, με την άκρη του ματιού, έναν ίσκιο να ξεπηδάει από μέσα, τόσο γρήγορα που δεν τον βλέπεις, μα τον νιώθεις. Στάθηκα στο διάδρομο, ένιωσα σαν να με παραφυλάνε.

Δεν άντεχα να μείνω παραπάνω. Μα τα κλειδιά μου είχαν πέσει μπροστά από το γραφείο. Έσκυψα να τα πάρω, και πίσω μου – η ίδια πόρτα, του παππού, έτριξε και χτύπησε ελαφρώς. Γύρισα, ολόκληρος σφιγμένος, η καρδιά μου χτύπαγε σα σειρήνα. Το δωμάτιο μέσα σκοτεινό, η μορφή μου στον καθρέφτη θολή. Εκεί, για μια μόνο στιγμή, το ορκίζομαι: στον καθρέφτη φάνηκε μια σκιά να πλησιάζει πίσω μου, χαμηλή και μακρόστενη σαν να παραμορφώνεται το φως.

Πέταξα τα πράγματα, έσπρωξα την εξώπορτα κι ένιωσα κάτι να με ακολουθεί μέχρι έξω, μέχρι το φως του δρόμου. Δεν ξαναμπήκα. Ποτέ. Ακόμη και τώρα που πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια, περνάω έξω από το σπίτι κι αποφεύγω να κοιτάζω τα παράθυρα. Έχω την αίσθηση πως, πότε–πότε, κάποιος στέκεται εκεί και περιμένει να γυρίσω – στις 6:17, εκεί που ο χρόνος σταμάτησε.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.

You might also like