Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Το Σαββατοκύριακο στο Πατρικό στην Άμφισσα

Αλήθεια, αν δεν το ζήσει κάποιος, δεν μπορεί να καταλάβει για τι πράγμα μιλάω. Όλα ξεκίνησαν τελείως αθώα, το απομεσήμερο, όταν η Μαρία κι εγώ αποφασίσαμε να περάσουμε το σαββατοκύριακο στο πατρικό της στο χωριό. Μικρό, τυπικό πέτρινο σπίτι με κήπο, λίγο έξω από την Άμφισσα, με μυρωδιά ξύλου και βρεγμένου χώματος παντού. Είχε να πάει απ’ τα Χριστούγεννα, κι εγώ ποτέ μου δεν είχα γνωρίσει καλά εκείνο το μέρος – οι γονείς της το κρατούσαν μακριά από τις πολλές επισκέψεις. Τέλος πάντων, είχαμε μαζί τα ρούχα μας, καθίσαμε στη βεράντα με δυο ζεστούς καφέδες και ακούγαμε κάτι τύπους να κόβουν κλαδιά στην απόσταση.

Το σπίτι από μέσα ήταν όπως το περίμενα: φωτογραφίες ξεθωριασμένες, χοντρά ριχτάρια, κάτι άχρηστα πάνω στη ραφιέρα, κι εκείνη η χαρακτηριστική μυρωδιά του χρόνου που σώνεται αργά. Η Μαρία άνοιξε τα παντζούρια να μπει φως. Εκεί, στην τραπεζαρία, πρόσεξα πρώτη φορά πως το ρολόι τοίχου, ένα μεγάλο παλιό με εκκρεμές, είχε κολλήσει στις 11:48. Δεν έδωσα σημασία – στα χωριά τέτοια ρολόγια τα αφήνουν όπως τύχει.

Ξεκουραστήκαμε, φάγαμε κάτι, και το βράδυ αποφασίσαμε να πιάσουμε το καθιστικό, να ξαπλώσουμε και να δούμε μια ταινία όπως παλιά – χωρίς τηλεόραση, μόνο με το λάπτοπ της και σβηστά τα φώτα, να νιώθεις εκείνη τη θαλπωρή της ρουτίνας. Ο αέρας είχε βαρύνει. Εγώ είχα αφήσει στη γωνία ένα παλιό κασετόφωνο, ήξερα ότι η Μαρία κοιμόταν πάντα με κάτι μουσικές αντικριστά στο παράθυρο, σχεδόν τελετουργικό της.

Εκείνο που με παραξένεψε πρώτο ήταν ένας ήχος, κάπου προς τα ξημερώματα. Όχι δυνατός, ένας μικρός μεταλλικός κρότος, σαν κάτι να έπεσε ή να γλίστρησε. Αλλά ήταν σα να βγήκε από μέσα απ’ το σπίτι – όχι από έξω, ούτε απ’ τον δρόμο. Ξύπνησα μισοκοιμισμένος, έμεινα ν’ ακούω. Η Μαρία γύρισε πλευρό, δεν έδειχνε να την ενόχλησε. Δεν είδα τίποτα, δεν άναψα καν φως.

Το επόμενο πρωινό κύλησε παράξενα σιωπηλό. Το ρολόι είχε μείνει πάλι στις 11:48, αν και νόμισα πως το είχαμε ακούσει να χτυπά το βράδυ. Ένιωθα ήδη λίγο άβολα, αλλά δεν είπα τίποτα για να μην φανώ γραφικός. Κάτι όμως με ενοχλούσε. Σαν να υπήρχε ένα ρίγος στον αέρα, μια κρύα υγρασία που δεν ταίριαζε με τον καιρό. Η Μαρία πήγε να βγάλει κάτι στη βεράντα, εγώ σκέφτηκα να περάσω λίγο την ώρα ανεβοκατεβαίνοντας στο σπίτι.

Κάποιες στιγμές είναι σαν να σε δικάζουν τα μικρά, καθημερινά πράγματα. Βαδίζεις, ακουμπάς μηχανικά το τζάμι, γυρνάς το κεφάλι στο διάδρομο, και ξαφνικά έχεις στυλώσει τα μάτια εκεί, γιατί ολόκληρη η μυρωδιά, η σκιά, κάτι, έχει αλλάξει, χωρίς λόγο. Ένιωσα να με κοιτάζουν – δε βλέπεις ποτέ τίποτα. Κατέβηκα προς το υπόγειο, περισσότερο από συνήθεια παρά από περιέργεια. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, πράγμα παράξενο γιατί η Μαρία είχε πει ότι πάντα την κλείνουν λόγω υγρασίας.

Τα σκαλιά έτριζαν με κάθε μου βήμα, και το παλιό φως στο ταβάνι αναβόσβηνε ύστερα από κάθε διακοπή ρεύματος. Είχα μαζί μου ένα παλιό φακό, έτσι για καλό και για κακό – ο οποίος άναψε αδύναμα, αλλά έριχνε μια χαμηλή δέσμη. Το υπόγειο ήταν γεμάτο σκόνη και κουτιά, κενά βαρέλια, κι ένα παλιό παιδικό ποδήλατο πεταμένο στη γωνιά.

Αυτό που πρόσεξα, ωστόσο, ήταν κάτι λεπτές γρατζουνιές χαμηλά στον τοίχο. Σαν να είχαν γίνει πρόσφατα, σκληρές και ακανόνιστες, ξεκινούσαν χαμηλά, σχεδόν στο ύψος του εδάφους, κι ανέβαιναν σταδιακά για μισό μέτρο. Έσκυψα να τις παρατηρήσω, νόμισα πως κάποιος σκύλος θα ‘χε μπει κάποτε. Άκουσα και πάλι τον ίδιο μεταλλικό ήχο πίσω μου – γύρισα ακαριαία, καρφώνοντας με τα μάτια το σκοτεινό βάθος, αλλά ήταν μόνο η αντήχηση της σιωπής, τίποτα άλλο.

Γύρισα πάνω λίγο πιο γρήγορα απ’ όσο θα ήθελα να φαίνεται. Δεν είπα τίποτα. Μετά το μεσημέρι, όμως, άρχισαν τα περίεργα στα αλήθεια: απογεύματα, εκεί γύρω στις έξι, όταν ο ήλιος χαμήλωνε, το σπίτι γινόταν ασυνήθιστα ήσυχο. Η Μαρία μέσα, σιωπηλή στη γωνία της, κι όμως, εγώ άκουγα πού και πού μικρούς θορύβους, βήματα αόρατα πάνω στα ξύλινα πατώματα, αλλά μονάχα όταν δεν κοίταζα. Πάντα – ΠΑΝΤΑ – όταν κοίταζα στο σημείο που νόμιζα πως περπατάει κάποιος, τίποτα.

Ένα βράδυ είχα μείνει μόνος μέσα γιατί η Μαρία είχε πάει να δει μια γειτόνισσα. Ακούγοντας μια παράξενη, λεπτή βουή, σαν αναστεναγμό, από την τραπεζαρία. Δεν ήταν σταθερή: πήγαινε κι ερχόταν, σα ν’ ανοιγόκλεινε μια ανάσα μέσα στο τοίχο. Έμεινα ακίνητος σχεδόν πέντε λεπτά, μέχρι που άκουσα – κι εδώ είμαι σίγουρος, μα το θεό μου – το έκανε ΠΙΟ ΞΕΚΑΘΑΡΟ: το πάτωμα στον διάδρομο ακούστηκε να βουλιάζει για ένα βήμα. Μόνο ένα. Ούτε πριν, ούτε μετά.

Την επόμενη μέρα ήθελα να φύγω, μα φοβήθηκα να δείξω αδυναμία. Το ρολόι τοίχου, πάλι κολλημένο στις 11:48. Το ίδιο λεπτό, ίδια παύση, ίδιο ήσυχο σπίτι. Έπαψα να πιστεύω πως ήταν τύχη ή χαλασμένο. Το βράδυ, χωρίς να ξέρω γιατί, πιάστηκα να ακούω κάθε μικρό ήχο. Στις τρεις τα ξημερώματα, με το που γύρισα σελίδα στο βιβλίο μου, τα πάντα σταμάτησαν. Σταμάτησε ο αέρας, σταμάτησαν τα έντομα, δεν ακουγόταν ούτε το ψυγείο στην κουζίνα.

Είναι δύσκολο να το περιγράψω, αλλά έφαγα ένα πάγωμα: ένιωσα μέσα στο δωμάτιο να υπάρχει κάτι – δεν είναι ότι το είδα ή το άκουσα. Το κατάλαβα, όπως καταλαβαίνεις ότι σε κοιτάνε πίσω απ’ το τζάμι ή ότι κάποιος στέκεται δίπλα σου πίσω από πόρτα, σιωπηλός. Η Μαρία κοιμόταν ήδη, κι εγώ κρατούσα την αναπνοή μου τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα με προδώσει. Κάτι πέρασε, σιγανά – το νιώθω μέχρι τώρα – μπροστά απ’ το άνοιγμα της πόρτας, ούτε σκιά, ούτε ήχος, μόνο η αλλαγή στον αέρα.

Το επόμενο πρωί έφυγα χωρίς πολλά-πολλά. Η Μαρία το πρόσεξε—ρώτησε μόνο αν είχα δει άσχημο όνειρο. Εγώ δεν απάντησα. Δεν μπορώ να περιγράψω το γιατί, αλλά από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Παναγιώτης.

You might also like