Τρομακτικές Ιστορίες – Το πρόσωπο στον τοίχο της Κυψέλης
Θα σου πω κάτι, αλλά σε παρακαλώ, μην νομίσεις ότι τα φαντάζομαι. Γιατί πολλά πράγματα στην αρχή φαίνονται ασήμαντα – και μετά, απλά, δεν σταματάνε να σε τριγυρνούν. Εγώ ήμουνα πάντα λογικός άνθρωπος, στεγνός. Με τη δουλειά μου, το γραφείο μου, τα απογεύματά μου ήσυχα. Κάτι τέτοιοι τύποι κι άμα αρχίσουν να πιστεύουν σε περίεργα, γίνονται σαν τους πιωμένους γέροντες στα καφενεία. Δεν είμαι έτσι.
Ήταν μια Τρίτη απόγευμα τότε, το θυμάμαι. Τέλη Νοέμβρη, η μέρα μίκραινε γρήγορα – έξω ψιλοβρόχι, μουντό χρώμα παντού. Εγώ είχα γυρίσει σπίτι, παλιά πολυκατοικία στην Κυψέλη, δεύτερος όροφος. Εκείνες τις μέρες έμενα μόνος, η Ελένη είχε φύγει για ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη κι εγώ έμεινα με μια ησυχία που, για λίγο, την ευχαριστήθηκα. Τέλος πάντων, φτιάχνω καφέ, βάζω το παλιό ραδιόφωνο να παίζει σιγανά και ανοίγω το λάπτοπ για δουλειά. Στο μπαλκόνι τα λουλούδια μούχλιαζαν από την υγρασία.
Εκείνο που με παραξένεψε πρώτο, ήταν κάτι στον τοίχο πίσω απ’ το γραφείο. Ένα μικρό σκούρο σημάδι – σαν υγρασία ή σαν σκόνη, δεν έδωσα σημασία. Κάθισα, έβαλα μπρος το Word, ασχολήθηκα λίγο με mails. Όμως όποτε στρίβαγα το κεφάλι, εκείνο το σημαδάκι φαινόταν κάπως παραπάνω. Κάμποσα λεπτά μετά, σηκώθηκα, σκύβω πιο κοντά – και συνειδητοποιώ ότι μέσα στη θολούρα της υγρασίας, διακρίνεται σαν ένα πολύ ρηχό αποτύπωμα. Όχι ζωγραφισμένο, ούτε γραμμένο με κάτι, αλλά κάτι που κάνει τον τοίχο να έχει δικό του σχήμα. Κάτι σαν μισό κύκλο, πολύ χαμηλά, και μερικές λεπτές γραμμές από πάνω – θα μ’ έπαιρνες για τρελό αν σου ‘λεγα, μα σαν τύπος από χέρι. Λες και κάποιος είχε στηρίξει εκεί το πρόσωπο.
Άφησα το παράθυρο λίγο ανοιχτό, βγήκα στο μπαλκονάκι να καπνίσω, το ξέχασα. Όμως, το βράδυ, γυρίζοντας στην κρεβατοκάμαρα, ένιωσα σαν να βαραίνει ο αέρας – ούτε να το περιγράψω δε μπορώ. Κρύο, αλλά όχι από το καλοριφέρ που δε δούλευε – ένα κρύο που πιάνει βαθιά, που δε φεύγει με πάπλωμα. Το απέδωσα στη μοναξιά και στο φθινόπωρο. Κοιμήθηκα γρήγορα.
Την άλλη μέρα, πρωί, λουσμένος με εκείνο το άσχημο μουντό φως που μπαίνει όποτε έχει νέφος, σηκώνομαι και – χωρίς λόγο – πάω στον τοίχο. Το σημάδι φαινόταν λίγο καθαρότερο. Όχι πιο μεγάλο, μα πιο… ζωντανό; Δε μπορώ να βρω τη λέξη. Έκανα να το σκουπίσω με το μανίκι μου, περίμενα να δω στάμπα, αλλά το μανίκι έμεινε καθαρό. Του έριξα καθαριστικό, τίποτα. Τότε πρόσεξα τη δεύτερη λεπτομέρεια: μόλις τρία εκατοστά πιο δίπλα, σαν ένα άλλο θολό αποτύπωμα, πιο στενό, λες και δύο σημεία συγχρόνως πιέστηκαν εκεί, σχεδόν δίπλα-δίπλα.
Την υπόλοιπη μέρα την πέρασα έξω, όσο περισσότερο μπορούσα. Μα όταν γύρισα και μπήκα στο σπίτι, χωρίς να σκεφτώ γιατί, ένιωσα ότι δεν ήμουν μόνος. Μα οι γείτονες πάνω ή κάτω ήταν ήσυχοι, τίποτα δεν ακουγόταν. Βράδιασε, και το μόνο παράξενο ήταν το ραδιόφωνο: είχε παράσιτα. Την ώρα που πήγα να το αλλάξω, ακούστηκε ένα μικρό «χρατς», σαν να τρίβονται σκαλοπάτια από ξύλο κάπου στο βάθος του σπιτιού. Έκανα να φωνάξω, μα ήξερα – ήλπιζα – πως ήταν μόνο το σπίτι που ζωντάνευε με το κρύο.
Έτσι πέρασε και το βράδυ. Όμως, λίγο πριν κοιμηθώ, χτύπησε ελαφρά η πόρτα του διαδρόμου. Την είχα κλειστή, αλλά βολεύτηκα πως είναι ο αέρας. Ταράχτηκα μόνο όταν είδα ξανά στον τοίχο: το αποτύπωμα γινόταν σαφέστερο, ποτισμένο βαθιά στο χρώμα, σαν κάτι να ξεπροβάλει σταδιακά. Δεν απάντησα σε κανέναν, ούτε έστειλα μήνυμα στην Ελένη για να μην την ανησυχήσω.
Τρίτη βραδιά. Εκείνη την ώρα, γύρω στις έντεκα, καθόμουν στο σαλόνι. Ήθελα να πιστεύω ότι όλα είναι κόπωση, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε να μην πάω στο δωμάτιο, ότι το δωμάτιο είχε πια βαρύνει. Συγκέντρωσα κουράγιο, άνοιξα την πόρτα. Όλα ήταν στη θέση τους, αλλά στο φως του διαδρόμου η γωνιά με τον τοίχο φάνταζε πιο σκοτεινή, ανεξήγητα βρώμικη. Μπήκα και στάθηκα μπροστά της. Τα σημάδια είχαν αυξηθεί. Σαν να έχει στερεωθεί εκεί ένα μικρό πρόσωπο, δυο στενές γραμμές – τα μάτια; – και από κάτω κάτι που θύμιζε στόμα, ή άνοιγμα, ή γραμμή. Κι εκεί αμέσως μέσα σε μια παράξενη σιωπή, άκουσα πολύ καθαρά – όχι από πάνω, ούτε από μέσα μου – αλλά απ’ εκεί, από τον τοίχο, τρεις μικρές κοφτές ανάσες. Όπως παίρνει κανείς αέρα σπαστά, από φόβο ή κρύωμα.
Μα δεν ήταν ανάσα δική μου. Γιατί καθώς πάγωσα, σταθήκαμε έτσι, τοίχος και άνθρωπος, αντικριστά, κι εγώ προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως είναι τυχαίο, πως κάτι παίζει με τους σωλήνες ή το καλοριφέρ. Κι όμως, κάθε φορά που πλησίαζα, οι ανάσες έκαναν παύση, σαν να με προσέχουν, κι όποτε απομακρυνόμουν, ξανάρχιζαν. Αυτό συνεχίστηκε για είκοσι, τριάντα δευτερόλεπτα – δε μέτρησα ακριβώς – μέχρι που σταδιακά ο ήχος έσβησε. Έκανα να βγω, γύρισα το βλέμμα πίσω στο αποτύπωμα. Κι εκεί, είδα κάτω από τα άλλα σχήματα, μια νέα γραμμή, βαθύτερη – και συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι δεν είναι υγρασία, ούτε στάμπα. Είναι κάτι που φουσκώνει από μέσα προς τα έξω, σαν τοίχος που πάλλεται αθόρυβα. Ένα χθες που ζητάει να βγει, να βρει χώρο.
Άφησα όλα όπως ήταν, φόρεσα το μπουφάν και βγήκα από το σπίτι. Δεν γύρισα το ίδιο βράδυ, ούτε το επόμενο. Ο διαχειριστής με κάλεσε να ρωτήσει γιατί έφυγα έτσι βιαστικά· του απάντησα για υγρασία. Δεν το έψαξε παραπάνω. Πέρασαν μήνες. Μετά την επιστροφή της Ελένης, αλλάξαμε θέση στα έπιπλα, αλλά δεν τη ρώτησα ποτέ αν πρόσεξε κάτι στον τοίχο, ούτε γύρισα να κοιτάξω. Καμιά φορά όμως, αργά το βράδυ, καθώς βγάζω το παλτό μου ή όταν όλα στο σπίτι ησυχάζουν, νομίζω ότι ακούω εκείνες τις ανάσες να περιμένουν.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος. Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Γιάννης.
