Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Το πατάρι της Βικτώριας

Θα ξεκινήσω απλά, γιατί κι εγώ έτσι νόμιζα πως θα πάει εκείνο το βράδυ. Ήμουν μόνος μου στο παλιό διαμέρισμα, στη Βικτώρια, μια από τις πρώτες φορές που έμεινα σπίτι χωρίς τη Μαίρη που είχε πάει στη μάνα της για το Σαββατοκύριακο. Πήρε τον σκύλο μαζί, οπότε ήταν απόλυτη ησυχία — ούτε βήμα, ούτε γαύγισμα, ούτε καν το ροχαλητό που μου απλώνει μια ζεστασιά όταν κοιμάμαι μόνος. Είναι περίεργο πώς, όταν κάποιος δίπλα σου συνηθίζει να κάνει φασαρία, ξαφνικά η ησυχία ακούγεται σαν θόρυβος.

Η μέρα κύλησε κανονικά. Γύρισα απ’ τη δουλειά, έφαγα ξαναζεσταμένο παστίτσιο, κάθισα να δω μια σειρά, εκεί γύρω στις εννιά. Το φως του δρόμου έμπαινε από τις γρίλιες και έριχνε γραμμές στους τοίχους του σαλονιού, όλα έμοιαζαν στη θέση τους. Μόνο που, κάθε τόσο, άκουγα κάτι σαν τσούκου-τσούκου από το πατάρι, αλλά δεν έδωσα σημασία — παλιά πολυκατοικία, πάντα κάνει περίεργους ήχους.

Κάποια στιγμή, σηκώθηκα να κλείσω το παράθυρο της κουζίνας. Εκεί, είδα για λίγο ένα φωτάκι από απέναντι, σαν να άναψε και να έσβησε μια φορά, ύποπτα γρήγορα. Είχαμε κι άλλες φορές διακοπές στη γειτονιά, οπότε πήγα να στεγνώσω λίγο τα πιάτα. Αλλά το φως δεν έσβησε στ’ αλήθεια — άρχισα να συνειδητοποιώ ότι, ακόμα κι όταν έκλεισα το φως της κουζίνας, το δωμάτιο δεν σκοτείνιασε όπως έπρεπε. Ένιωθα, θα ‘λεγα, κάτι σαν μια αμυδρή λάμψη χαμηλά, απ’ τα πλακάκια. Έμεινα να το κοιτάω λίγο, χαζεύοντας, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι μύριζε κάπως ασυνήθιστα, σαν νοτισμένο χαρτί που έχει καεί παλιά.

Επέστρεψα στο σαλόνι και πάλι, κάνοντας προσπάθεια να αγνοήσω τα πάντα. Έκανα να ανοίξω το κινητό, λίγο να χαζέψω, όταν έσκασε αυτή η σκέψη ότι κάτι δεν πάει καλά, βασικά επειδή δεν άκουγα πια τίποτα — ούτε ψίθυρο, ούτε αυτοκίνητο από κάτω, ούτε τον ανεμιστήρα του ψυγείου. Μόνο το ρολόι του τοίχου, τικ-τακ. Και μετά — μια ηχώ που δεν ταίριαζε. Δε μπορώ να την περιγράψω σωστά, αλλά ήταν σαν να ήρθε πίσω ένας ήχος που δεν έκανα εγώ, σαν βήμα σε ξύλινο πάτωμα, μα το πάτωμα μου είναι μωσαϊκό. Σαν κάτι να μιμήθηκε τους ρυθμούς του σπιτιού, αλλά όχι ακριβώς.

Έσβησα την τηλεόραση γιατί ο θόρυβος του σίγουρα σκέπαζε κάτι άλλο, κάτι λεπτό και πεισματικά επίμονο κάτω-κάτω. Τότε το άκουσα: μια σταγόνα, πεισματική, βουβή, σαν πέφτει απ’ τον νιπτήρα ή τη βρύση, αλλά όταν μπήκα στο μπάνιο ήταν όλα στεγνά σαν κόκαλο. Έσκυψα, έψαξα γύρω από τα πλακάκια. Τίποτα — μα η σταγόνα συνέχισε. Γύρισα πίσω στο διάδρομο, αλλά διστακτικά, έχοντας πια πιάσει τον εαυτό μου να κρατάει την αναπνοή, μην ακουστεί κάτι που ξεφεύγει απ’ το συνηθισμένο.

Σκεφτόμουν, “είσαι κουρασμένος”, το μυαλό παίζει παιχνίδια. Άνοιξα τα φώτα όλα — τότε, η σιωπή έσπασε ξανά, αυτή τη φορά πιο έντονα. Ήταν σαν κάποιος να μουρμούριζε απ’ το πέρα δωμάτιο, τόσο χαμηλά που μόνο όταν έσβηνα κάθε δικό μου ήχο το έπιανα. Δεν μπόρεσα να καταλάβω λέξεις, ήταν περισσότερο σαν ένα απαλό αλλά συνεχόμενο αέρινο “σσσσ…”, σαν ότι κάποιος σου ψιθυρίζει πράγματα, επίμονα και υπομονετικά, μόνο που δε σου λέει τίποτα πραγματικό.

Στάθηκα ακίνητος στο διάδρομο, με την πλάτη να ακουμπάει στον τοίχο. Εκείνο το πατάρι — πάνω απ’ το κεφάλι μου — άκουσα ένα κριτς, ξερό. Η λάμπα στο διάδρομο τρεμόπαιξε. Θυμήθηκα πως παλιά ήταν αποθήκη του προηγούμενου ιδιοκτήτη, γεμάτο κούτες και πραμάτειες που δεν τόλμησα ποτέ να ανοίξω. Είχα αποφασίσει από την αρχή να το αφήσω όπως ήταν, παράξενο κουτί της Πανδώρας, δεμένο με σύρμα — ούτε το φως δεν άναψε μια φορά σωστά εκεί πάνω. Και τώρα, αυτό το τρίξιμο, σαν κάτι να περπάτησε μέσα του, ή ίσως καλύτερα, σαν να ξεκόλλησε κάτι που δεν έπρεπε, μετά από χρόνια ακινησίας.

Και ξαφνικά, ψύχρα. Όχι το συνηθισμένο ρίγος του φόβου, αλλά κάτι πιο βαθύ — σαν να τραβήχτηκε η ζέστη απ’ το σπίτι, ειδικά στο διάδρομο. Ένιωθα τα γόνατα μου να τρέμουν ψιλά-ψιλά. Έκανα τη μισή βλακεία να πω «ποιος είναι εκεί;» — αστείο, ε; Σα να περίμενα απάντηση. Αυτό που ήρθε όμως, ήταν μια ελαφριά αίσθηση αέρα, κάτι που πέρασε δίπλα από τον αστράγαλό μου, αόρατο αλλά υπαρκτό, σαν να πέρασε μια μύγα κολλητά. Μετά, η ψυχρά κινήθηκε, βαρύ και αργά μέχρι τον καναπέ – και μαζί της σαν να τράβηξε κάθε υπόνοια φωτός, κάθε εύκολη σκέψη.

Κοίταξα από το παράθυρο προς τα έξω. Ένα αυτοκίνητο περνούσε αδιάφορο, κάποιος περπατούσε στο πεζοδρόμιο, όλα κανονικά. Μόνο μέσα ήταν λάθος. Και το πατάρι – μαζί με το τρίξιμο του, τώρα ένα ελάχιστο κλαψούρισμα, σαν ξεχασμένος άνεμος κλεισμένος σε κιβώτιο.

Δε θυμάμαι ακριβώς πότε άρχισα να παραμιλάω. Μάλλον όταν, για πρώτη φορά, είδα τη σκιά μου διπλωμένη λάθος στον τοίχο απέναντι. Έκανα πίσω με το χέρι στον τοίχο, κι όμως η δική μου σκιά έμενε ακίνητη — όχι “άλλαξε το φως”, όχι “έπαιξε το μυαλό σου”, μα έμεινε σταθερή, επίπεδη και βαθιά, εκεί που πριν λίγο δεν υπήρχε τίποτα απολύτως.

Έφυγα το ίδιο βράδυ. Έκλεισα τα φώτα ενώ έφευγα, αλλά όταν ξαναπέρασα την πόρτα – ορκίζομαι – πίσω μου κάποιο φως παραδόξως άναψε για ένα δευτερόλεπτο και μετά ξανάσβησε.

Δεν θα σου πω πως έμαθα ποτέ τι συνέβη. Δεν ξαναπήγα στο πατάρι, ούτε εκείνο το διαμέρισμα έμεινε δικό μου για πολύ. Ακόμα όμως, όταν περνάω απ’ τη γειτονιά αργά – όταν μ’ έχει φέρει η τύχη κατά λάθος απ’ την οδό – εκεί γύρω στις έντεκα το βράδυ, μου φαίνεται πως ακούω από ψηλά ένα αδύναμο τσούκου, κι ένα ψιθυριστό “σσσσ…”

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.

You might also like