Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Το Παράθυρο στον Φωταγωγό

Εκείνη τη μέρα, όπως κάθε Τρίτη, γύρισα σπίτι μου αργά από τη δουλειά. Ήταν ένα απλό, βαρετό απόγευμα. Συνηθισμένο. Η Αθήνα μύριζε βρεγμένο σκυρόδεμα απ’ τη μικρή, ξαφνική βροχή και εγώ ήθελα μόνο να πετάξω το κοστούμι, να φάω κάτι και να κάτσω στον καναπέ να ξεχάσω τον κόσμο. Το διαμέρισμά μου στον δεύτερο, παλιό μεν, μου άρεσε όμως γιατί είχε εκείνο το φως το απογευματινό στη σάλα, που γίνεται χρυσό, πριν βραδιάσει.

Έκανα το ίδιο, χαζεύοντας τα email μου, με ένα φακό κομμένο μισοφέγγαρο στο ταβάνι. Η ώρα πήγε οκτώ και κάτι, όταν άκουσα εκείνο το πρώτο μικρό χτύπημα. Καθόμουν μόνος μου, αλλά δεν τρόμαξα – ο θόρυβος ήταν τόσο διακριτικός που σκέφτηκα πως ίσως ήταν ο γείτονας που σήκωνε κάτι βαρύ πάνω στους ξύλινους ορόφους.

Όμως, συνέχισε. Τρεις φορές, σε ίσες αποστάσεις, σαν κάποιο μοτίβο. Σκέφτηκα να ανοιγοκλείσω το ραδιόφωνο να σπάσει η σιωπή, αλλά τελικά παράτησα τη σκέψη. Βγήκα στο μπαλκονάκι και χάζεψα λίγο τους δρόμους που είχαν βραχεί. Όλα έδειχναν ήσυχα. Βρήκα το θάρρος να γελάσω μόνος μου – σίγουρα φανταζόμουν πράγματα.

Μόνο που όταν επέστρεψα μέσα, είδα ότι ο ένας πίνακας στον τοίχο της σαλονοτραπεζαρίας, αυτός με τη γέρικη ελιά, είχε στραβώσει σχεδόν παράξενα. Στην αρχή δεν του έδωσα σημασία, όμως σε τρία-τέσσερα λεπτά ο θόρυβος ξανάρχισε, μόνο που αυτή τη φορά ακουγόταν πιο δυνατά, σαν να ερχόταν μέσα από τον τοίχο.

Πήρα βαθιά ανάσα, πλησίασα και ακούμπησα το αυτί μου. Η καρδιά μου χτύπαγε γρήγορα, κάτι ανάμεσα σε γέλια και τρόμο. Ο ήχος όμως δεν ερχόταν από εκεί. Τώρα ήταν ξεκάθαρο: ερχόταν από μέσα από το υπνοδωμάτιο, προς το παλιό παράθυρο που βλέπει στο φωταγωγό.

Με έπιασε η ψύχρα που πιάνει όταν ένα σπίτι δείχνει ξαφνικά ξένο. Άνοιξα την πόρτα του υπνοδωματίου τρίζοντας, κι εκεί που νόμιζα ότι θα έβλεπα ίσως ένα πουλί ή καμιά γάτα – ήταν το μόνο που περνούσε απ’ το μυαλό μου – βρέθηκα να στέκομαι μπροστά σε ένα ολοσκότεινο παράθυρο. Το φως από το διάδρομο έκανε μια πεζή λωρίδα στο παλιό παρκέ, αλλά μέσα στο γυαλί ήταν μαύρα όλα.

Τότε το ξανακούμπησα: τρεις κοφτές φορές, σαν νύχτα που ησυχάζει το σπίτι και όλα ακουμπάνε σ’ ένα λεπτό άγγιγμα. Πλησίασα αργά – βλακωδώς, έτσι όπως κάνουν στις ταινίες, ψάχνοντας τη λογική. Έσυρα μια καρέκλα, ανέβηκα και έριξα μια ματιά, ανοίγοντας λίγο το παράθυρο. Κρυάδα μπήκε μέσα, τίποτα άλλο.

Χάζεψα για μια στιγμή τον φωταγωγό – όλα άδεια, τίποτα, όπως πάντα. Μια σκοτεινή τρύπα που καταπίνει τους ήχους της πολυκατοικίας. Κατέβηκα από την καρέκλα, σχεδόν θυμωμένος με την κούρασή μου. Πήγα για να ετοιμάσω φαγητό και είχα σχεδόν ξεχάσει τα πάντα, όταν, από εκείνο το παράθυρο, νιώθω ξαφνικά έναν ψίθυρο. Αυτή τη φορά νόμιζα ότι φαντάστηκα τη φωνή, τόσο σιγανή που έμοιαζε με ρεύμα αέρα. Κράτησε όμως λίγο παραπάνω απ’ ό,τι θα ‘πρεπε. Κατάλαβα μία μόνο λέξη — κάτι σαν “Άκου”.

Παρέλυσα. Έμεινα απολύτως ακίνητος, σκεπτόμενος αν μήπως κάποιος μίλησε από άλλο διαμέρισμα, αν πέρασε φωνή από σωλήνα ή κάτι τέτοιο. Έβαλα μουσική αμέσως — ό,τι να ’ναι, οτιδήποτε, μόνο και μόνο να σπάσει τη σιωπή. ‘Επειτα πήγα στο μπάνιο, άφησα το νερό να τρέχει, έφτασα στα όριά μου να ανασάνω σαν να είχα τρέξει.

Τη νύχτα, ή αργά το βράδυ – δεν ξέρω τι ώρα ήταν πια – ξύπνησα ξανά από έναν ήχο. Όχι ακριβώς δυνατό, αλλά ήταν εκεί. Το ίδιο μοτίβο: τρεις χτύποι, σταθεροί, σα να μετράει κάποιος το χρόνο. Ετοίμασα την ανάσα μου να βγω στο διάδρομο, μα κάτι με κράτησε αγκυλωμένο στο κρεβάτι. Δεν είχα όρεξη να “ψάξω”. Είχα απλώς την αίσθηση ότι ό,τι κι αν έψαχνα, δεν θα το έβρισκα πραγματικά.

Κάπου στην τρίτη φορά που έγινε αυτό, μέσα σε μια εβδομάδα, άρχισα να αλλάζω πράγματα – έσβηνα τα φώτα μόνο όταν κλείδωνε το σπίτι και δεν πολυπλησίαζα τη μεριά με το παράθυρο του φωταγωγού. Η ειρωνεία είναι ότι όσο το απέφευγα, τόσο πιο δυνατοί γίνονταν αυτοί οι ήχοι – όχι πιο δυνατοί, ίσως πιο οικείοι, σαν να θέλουν να με τραβήξουν πιο κοντά. Μια φορά μάλιστα, όταν επέστρεψα βράδυ και πέρασα τον διάδρομο με τα φώτα αναμμένα, νόμισα ότι είδα με την άκρη του ματιού μου μια σκιά να κινείται πίσω από το τζάμι. Γύρισα με το σώμα, αλλά δεν ήταν τίποτα.

Σκέφτηκα να φωνάξω κάποιον φίλο, μα ντράπηκα για τον εαυτό μου — τι να του πω; Και μόνο που πήγα να το πω σε κάποιον, το στόμα μού στέγνωσε, σαν να ήξερε κάτι το σπίτι που δεν ήθελε να βγει προς τα έξω.

Από εκείνο το σημείο και μετά, τα βράδια είχαν μια παράξενη αίσθηση ελατηρίου. Όλα ήταν όπως έπρεπε: οι κουρτίνες στη θέση τους, τα ράφια με τα βιβλία, τα παπούτσια μου στην είσοδο. Κι όμως, κάθε βράδυ, όταν έπεφτε απόλυτη σιγή, το άκουγα ξανά. Μια φορά μόνο τόλμησα να πλησιάσω ξανα στο παράθυρο. Έκανα να σταθώ, αλλά ο χτύπος σταμάτησε απότομα. Έμεινα στήλη άλατος μπροστά στο απλό, φθαρμένο ξύλο και το θαμπό γυαλί. Τότε, για ένα δευτερόλεπτο, νόμισα ότι κάτι ακουμπούσε το άλλο μέρος του τζαμιού, αόριστο σαν χέρι, αλλά ασαφές. Ένα κρύο “κάτι”. Ανέπνευσα απότομα κι έκανα πίσω.

Δεν μπορούσα να κάτσω άλλο εκεί, στον ίδιο χώρο με αυτή τη σιωπή που βαραίνει. Συνέχισα να βάζω μουσική, να δουλεύω μέχρι αργά, να αποφεύγω το σκοτεινό διάδρομο όσο μπορούσα. Κάθε τόσο όμως, ειδικά λίγο πριν αποκοιμηθώ, μια μικρή σκέψη μού ερχόταν στο μυαλό — αν ποτέ απαντήσω σε εκείνο το ψίθυρο, αν ανοίξω το παράθυρο στα αλήθεια, ίσως καταλάβω τι θέλει. Κι αυτό με τρόμαζε περισσότερο απ’ όλα.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Ανδρέας.

You might also like