Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Το Παράθυρο στο Παλιό Μονοπάτι – Μια Αληθινή Εμπειρία Τρόμου


Τρομακτικές Ιστορίες: Το Παράθυρο στο Παλιό Μονοπάτι – Μια Αληθινή Εμπειρία Τρόμου

Τρομακτικές Ιστορίες: Το Παράθυρο στο Παλιό Μονοπάτι

Μερικές φορές, ακόμα και οι πιο απλές μας μέρες μπορούν να γίνουν η αρχή για τις πιο απρόβλεπτες τρομακτικές ιστορίες. Εκείνο το απόγευμα, δεν υπήρχε τίποτα παράξενο στον αέρα· ήταν μια από εκείνες τις ανοιξιάτικες μέρες που δεν σε υποψιάζουν για το σκοτάδι που μπορεί να κρύβει η νύχτα. Ειλικρινά, είχα κατέβει στο χωριό μόνο για να ξεσκάσω, να περάσω το σαββατοκύριακο στο παλιό σπίτι της γιαγιάς μου, λίγο έξω από το χωριό δίπλα στο δάσος.

Η Αρχή – Μια Ήσυχη Μέρα στο Χωριό

Όλα έμοιαζαν κανονικά: το φως χαμήλωνε, ο αέρας μύριζε θυμαρίσιο χώμα κι εγώ καθόμουν στην κουζίνα πίνοντας ελληνικό από παλιό φλιτζάνι με καφέ λεκέ. Το σπίτι ήταν γεμάτο αναμνήσεις, αλλά πάνω απ’ όλα έβγαζε εκείνη την οικεία, λίγο υγρή μυρωδιά, που έχουν τα σπίτια στα οποία λείπει ο κόσμος τον χειμώνα. Ο σκύλος των γειτόνων γάβγιζε από μακριά, σαν να συζητούσε με κάποιον που περνούσε στον κεντρικό δρόμο. Έβαλα το κασετόφωνο της γιαγιάς να παίζει παλιά λαϊκά – ήθελα να νιώθω λιγότερο μόνος.

Καθώς περνούσε η ώρα, το φως έξω άλλαζε. Το σπίτι, χτισμένο κοντά σε μία στροφή του μονοπατιού που οδηγεί βαθιά στο δάσος, είχε μια μικρή αυλή, και πίσω της ένα μονοπάτι που εδώ και χρόνια κανείς δεν φρόντιζε. Το θυμάμαι να μοιάζει πιο στενό κάθε φορά που ερχόμουν. Κάτι μου ‘χε πει η γιαγιά για το μονοπάτι αυτό, ότι είναι «καλό να μην το πολυκοιτάς το σούρουπο», αλλά το είχα πάρει για παραξενιά.

Το Παράξενο Ξεκινάει Από Μικρές Ασήμαντες Λεπτομέρειες

Λίγο πριν σκοτεινιάσει εντελώς, παρατήρησα κάτι περίεργο που με ξάφνιασε, μα δεν το είπα καν φωναχτά. Μια φευγαλέα σκιά, σαν κλαδί, να κινείται λίγο παραπάνω απ’ ό,τι φυσούσε ο αέρας, πέρασε μπροστά από το μοναδικό παράθυρο της κουζίνας. Άκουσα ένα γρήγορο «κλικ», λες και κάποιος ακούμπησε στο τζάμι ή, ξέρω ‘γω, τίναξε το χέρι του απ’ έξω για να διώξει κάτι.

Νευρικά σηκώθηκα και πήγα να βεβαιωθώ ότι το παράθυρο ήταν κλειστό. Ήταν – αλλά είδα κάτι παράξενο: στη μέση του τζαμιού είχε απομείνει ένα μικρό, μακρόστενο αποτύπωμα, ξεθωριασμένο – λίγο πιο λεπτό από αντρικό δάχτυλο. Έμεινα να το κοιτάζω, προσπαθώντας να βρω λογική εξήγηση, αλλά η κουζίνα μύριζε ακόμα καφέ κι εξοχή κι αρνήθηκα να το πάρει το μυαλό μου τελείως στα σοβαρά.

Σταδιακό Χτίσιμο της Έντασης

Άναψα τα φώτα, τα παλιά, λίγο κιτρινισμένα, και κράτησα το ραδιόφωνο να παίζει στο μισό. Σιγά σιγά άρχισα να ακούω ήχους. Στην αρχή το απέδωσα σε ζώα που πλησιάζουν το σπίτι, ξέροντας ότι συχνά αλεπούδες και γάτες τριγυρίζουν εκεί. Φυσήματα στον αέρα, μικρά τριξίματα στα ξύλα, κάτι σαν ψίθυρο από τον διάδρομο. Σκέφτηκα ότι ο άνεμος έφερνε παράξενους ήχους πιο καθαρά μέσα από τις χαραμάδες.

Οι ώρες περνούσαν και εγώ καθόμουν στην τραπεζαρία, διαβάζοντας κάτι παλιές εφημερίδες. Κάποια στιγμή είχα την εντύπωση πως κάποιος στεκόταν έξω από το παράθυρο, αλλά και πάλι το απέδωσα στη φαντασία μου. Έριξα μια ματιά – τίποτα. Τουλάχιστον έτσι νόμισα, μέχρι που μια φιγούρα πέρασε στα γρήγορα πίσω από την αυλή, εκεί ακριβώς που αρχίζει το μονοπάτι. Το στομάχι μου σφίχτηκε. Κράτησα την ανάσα μου περιμένοντας να ακούσω να φεύγουν βήματα ή κάτι – αλλά απόλυτη σιγή.

Κλιμάκωση – Σκοτεινό Βλέμμα Μέσα από το Παράθυρο

Είχε νυχτώσει για τα καλά πια – το μόνο φως το παλιό το λαμπατέρ στη γωνία. Περίμενα να επιστρέψει ο θείος μου, που είχε τάξει ότι θα ερχόταν για βραδινό, αλλά πέρασε η ώρα και το τηλέφωνό του δεν έπιανε σήμα σε εκείνα τα μέρη. Ένιωθα τον αέρα παγωμένο να μπαίνει από τις χαραμάδες, μαζί του κι εκείνη την ελαφριά, άγνωστη μυρωδιά, όχι καπνού, ούτε χώματος… κάτι ξένο.

Ξαφνικά, ένα κτύπημα στο τζάμι με έκανε να τιναχτώ από το κάθισμά μου. Κοίταξα απότομα το παράθυρο – και αυτή τη φορά είδα καθαρά στο τζάμι να διαγράφεται μια σκιά: μακρόστενη, σαν να τεντωνόταν ένα χέρι από μέσα από το σκοτάδι. Πίσω απ’ το τζάμι, για μια στιγμή, είδα δύο χλωμά, ακίνητα μάτια. Δεν είχαν καθόλου σπίθα, απλά κοίταζαν. Χωρίς έκφραση, χωρίς λόγο. Για ένα δευτερόλεπτο δεν μπορούσα να αναπνεύσω.

Πάγωσα – δεν μπόρεσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου. Τα μάτια εκείνα δεν κινήθηκαν, έμειναν σε μένα, μ’ ένα τρόπο βαθύ, σχεδόν θλιμμένο, μα τόσο ξένο που ένιωθα να με διαπερνάει κάτι βαρύ και παγωμένο. Δεν τόλμησα να φωνάξω, δεν τόλμησα να κουνηθώ. Μόνο κοίταζα, και για πρώτη φορά κατάλαβα ότι ήμουν τελείως μόνος.

Το Σκοτεινό Τέλος – Τρομακτικές Ιστορίες που Δεν Ξεχνιούνται

Σταδιακά η σκιά άρχισε να υποχωρεί, τα μάτια σαν να βυθίστηκαν μέσα στο σκοτάδι και μετά από λίγα λεπτά, όλα γύρισαν στην απόλυτη σιγή. Δεν έκανα τίποτα, δεν άνοιξα το φως έξω, δεν πλησίασα το παράθυρο ξανά εκείνο το βράδυ. Έμεινα με το φλιτζάνι στο χέρι, άγρυπνος, ως το χάραμα.

Την επόμενη μέρα, το αποτύπωμα ήταν ακόμα εκεί και στο χώμα κάτω απ’ το παράθυρο είχαν σχηματιστεί βήματα – πιο μεγάλα και λεπτά απ’ ό,τι έχω ξαναδεί. Δεν ξαναρώτησα κανέναν για το μονοπάτι, ούτε μπήκα στον κόπο να ψάξω για εξηγήσεις.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like