Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Το καλοκαίρι στο σπίτι της Κάρλας

Ποτέ δεν έδινα σημασία στα μικρά, παράξενα συμβάντα. Όταν τα έβλεπα ή μου τα έλεγαν άλλοι, έλεγα πως είναι η φαντασία που παίζει περίεργα παιχνίδια. Αλλά εκείνο το καλοκαίρι, στο εξοχικό της Κάρλας, έμαθα να μην ξέρω τι να σκέφτομαι.

Η Κάρλα έχει ένα σπίτι σ’ ένα μικρό χωριό μισή ώρα από τη Λαμία. Παλιό πέτρινο, με κεραμίδια, πίσω αυλή και μια μουριά που πιάνει όλη την άκρη του δρόμου. Είχαμε κανονίσει να περάσουμε τρεις μέρες εκεί, να ξεφύγουμε από τη δουλειά και το καυσαέριο. Φτάσαμε μεσημέρι, όλα ήσυχα. Ο ήλιος έκαιγε, έσταζαν τα τζιτζίκια, τα παντζούρια χαμηλωμένα, μυρωδιά από ντολμαδάκια βρασμένα στο λάδι.

Περάσαμε το πρώτο βράδυ μ’ ανοιχτά παράθυρα και κρασί στην αυλή. Ήσυχα, απλά πράγματα. Συζητήσεις, γέλια, μικρά κουτσομπολιά για τον ξάδερφο της Κάρλας που «έμπλεξε». Μόνο που γύρω στις έντεκα ακούστηκε κάτι σαν βήχας μέσα απ’ το παρατημένο σπίτι απέναντι, αλλά δεν ήταν κανείς, ούτε φως. Πετάχτηκε η φίλη μου η Ντίνα να πει: αντιλαλώ από κανένα πηγάδι θα ‘ναι, να μη φοβάσαι. Το αγνοήσαμε.

Το επόμενο βράδυ είχε ψύχρα, μπήκαμε νωρίτερα μέσα. Η Κάρλα είχε χαλάσει το παλιό φως στο σαλόνι κι έτσι βάλαμε ένα μικρό πορτατίφ πάνω στη βιβλιοθήκη. Όταν ανέβηκα να βάλω πυτζάμες, βρήκα την πόρτα της δικής μου κάμαρας ανοιχτή. Ήταν σίγουρο ότι την είχα κλείσει – έξω είχε υγρασία και τα κουνούπια γυρνούσαν σαν λυσσασμένα. Το είπα στην Κάρλα, «θα ήταν ο αέρας», μου λέει. Μα κανένας αέρας δεν θυμάμαι να σηκώθηκε εκείνο το βράδυ, ούτε κουρτίνα να φτερουγίσει.

Κοιμήθηκα σχεδόν σαν να υπνωτίστηκα, παράτολμοπυ, παρ’ όλο που δεν νυστάζω εύκολα. Κάποια στιγμή πρέπει να με ξύπνησε ένα θρόισμα – κάτι σαν τρίξιμο χαρτιού κάτω από το κρεβάτι. Ξάπλωσα να ακούσω καλύτερα, μα το μόνο που έβγαινε ήταν η ανάσα μου και ξαφνικά ό,τι φαινόταν αναμενόμενο – οι σκιές πίσω απ’ τις γρίλιες, η σιγαλιά που κουβαλάει η νύχτα στην επαρχία – μου φάνηκαν σαν να με παρακολουθούν, σαν να περιμένουν.

Το πιο παράξενο έγινε το επόμενο απόγευμα. Βγαίνοντας να μαζέψω πετσέτες από την αυλή, είδα ένα σημάδι πάνω στον σουβά δίπλα στη μουριά – ένα στρογγυλό αποτύπωμα, σαν βούλωμα, ίδιο με ανθρώπινο χέρι μόνο που τα δάχτυλά του έδειχναν να ενώνονται στη βάση τους και να βουλιάζουν στον τοίχο. Είπα την Κάρλα να το δει, το άγγιξε και μου είπε να μη δίνω σημασία, λεκές από παλαβωμένο στόκο θα ‘ταν. Αλλά το ένιωθα βουβό, σαν να χτυπάει ένας σφυγμός μέσα απ’ τον τοίχο.

Τη νύχτα εκείνη ο ύπνος μας εγκατέλειψε. Η Ντίνα ήρθε στο δωμάτιό μου, λέγοντας πως της φάνηκε ότι είδε κάποιον να ίσα που στέκεται κάτω απ’ τη μουριά και να κοιτάζει προς το σπίτι – ψηλό, με πλάτη σαν να σπιθίζει στο λιγοστό φως του δρόμου. Την έκανα να γελάσει με κάτι αστεία, αλλά η καρδιά μου χτυπούσε, κι ένιωθα μια δροσιά να περνάει κάτω απ’ τα πόδια μου, ενώ ήξερα ότι δεν υπήρχε ούτε ρεύμα, ούτε ανοιχτή πόρτα.

Το πρωί, βρήκαμε τις γλάστρες γύρω από τη μουριά παρασυρμένες στο διάδρομο, λες και κάποιος τις έσπρωξε σε τέλεια ευθεία προς το πίσω μέρος του κήπου. Η ντίνα ορκιζόταν ότι έσβησε και ξανάναψε το wifi, δήθεν μπερδεμένο, αλλά όταν άνοιξα το κινητό βρήκα πάνω από είκοσι ειδοποιήσεις – όλες χάλαγε επικοινωνία ταυτόχρονα, τρία λεπτά μετά τις τρεις τα ξημερώματα. Σιωπή.

Εκείνο το απόγευμα, η Κάρλα βγήκε για λίγο στον φούρνο, η Ντίνα σπαράλιασε στον καναπέ κι εγώ έμεινα μόνη ν’ ανοίξω τα παντζούρια στο πίσω μέρος. Το σπίτι ξαφνικά έμοιαζε πιο σκοτεινό και λασπερό, κι ας ήταν απογευματινός ήλιος. Άρχισα να σκουπίζω λίγο τα πατώματα στη στοά που ένωνε τις πίσω αποθήκες με το κυρίως σπίτι, κι εκεί πρόσεξα – μια λεπτή σειρά μαύρων στίγματων στο πάτωμα. Όχι μυρμήγκια, όχι χώμα – αλλά κάτι σαν σκιά που τραβιέται προς την άκρη του τοίχου και χάνεται πίσω από μια κλειστή πόρτα που πάντα έλεγε η Κάρλα να μην ανοίγουμε, γιατί «είναι απλώς αποθήκη με σαβούρες».

Μετά ξανάσμιξα με τις άλλες, σαν να ήθελα να ξεφύγω. Εκείνη τη νύχτα, οι σκιές μέσα στο σπίτι άλλαζαν σχήματα, καθώς ξεπέφταμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, αποφεύγοντας να μείνουμε μόνες. Το πορτατίφ τρεμόπαιξε, έσβησε, άναψε πάλι. Κάθε τόσο, έπιανα το βλέμμα της Κάρλας να χαμηλώνει σε συγκεκριμένο σημείο της σκάλας, εκεί που ήταν η παλιά, κεντρική είσοδος που δεν χρησιμοποιεί κανείς.

Γύρω στις τρεις – πάντα στις τρεις – ξάγρυπνη, να μετρώ τους ήχους και τα τρίξιματα, άκουσα κάτι που δεν μπορώ να περιγράψω. Ούτε μιλιά ανθρώπου, ούτε ζώου, ούτε άνεμος. Σαν ανάσα βαθιά, ένας βόμβος πολύ χαμηλός, σαν να ξεκινάει από τα πατώματα και να ανεβαίνει στους τοίχους, μέχρι το κεφάλι μου. Η Ντίνα ξύπνησε απότομα, άρπαξε το χέρι μου και ψιθύριζε πως «δεν είναι τίποτα», αλλά το έλεγε να το ακούσει η ίδια, όχι εγώ.

Το πρωί είπαμε να φύγουμε νωρίτερα – έτσι κι αλλιώς είχαμε βάρος στην ψυχή και δεν αντέχαμε άλλη νύχτα εκεί. Εγώ τελευταία, πέρασα από τη στοά και, πριν βγω, άκουσα κάτι σαν γρατζουνιά ή ανάσα πίσω από την πόρτα της αποθήκης που πάντα έμενε κλειστή. Στάθηκα για ένα δευτερόλεπτο, ήξερα πως δεν έπρεπε, αλλά έσκυψα να κοιτάξω κάτω από τη χαραμάδα. Το μόνο που είδα ήταν μαύρο, αλλά μου ήρθε μια μυρωδιά χώματος υγρού, σάπιου, σχεδόν γλυκιά. Ένιωσα μια ψύχρα να με διαπερνάει και έφυγα τρέχοντας.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.

You might also like