Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Τα γυαλιά στον παλιό περιφερειακό δρόμο

Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα, θυμάμαι, αρχές φθινοπώρου – από ‘κείνα τα απογεύματα που ο αέρας μυρίζει υγρό χώμα και στα δέντρα κρέμονται ακόμα μερικά πράσινα φύλλα, πριν πάρει μπρος στ’ αλήθεια το κρύο. Είχα γυρίσει νωρίς από τη δουλειά και δεν είχα τίποτα να κάνω, οπότε είπα να πάω μια βόλτα στον παλιό περιφερειακό δρόμο δίπλα στο δάσος. Ήταν κάτι που έκανα συχνά, έτσι για να αδειάζει το κεφάλι μου απ’ τη φασαρία της Αθήνας.

Εκείνη τη μέρα, όμως, κάτι δεν κόλλαγε. Δεν υπήρχε κανείς – ούτε ένα αμάξι, ούτε γείτονας με σκύλο, ούτε καν εκείνη η γριά που πάντα καρφώνεται στο περβάζι και κοιτάει τον κόσμο να περνάει. Τους ξέρατε στο χωριό αυτοί, τώρα όμως ούτε ψυχή. Μόνο εγώ κι ο δρόμος, και το δάσος σκοτεινό, πυκνό, με κάτι σύννεφα από πάνω που σκέπαζαν τον ήλιο.

Στη διαδρομή, σ’ ένα σημείο που πάντα με τρόμαζε λίγο γιατί λες “εδώ άμα πάθεις τίποτα, δεν σε ακούει άνθρωπος”, είδα πεταμένο ένα ζευγάρι γυαλιά κάτω. Στρογγυλά, σαν παλιάς μόδας, κάπως σπασμένα στη μια μεριά. Σταμάτησα και τα κοίταξα, και χωρίς να ξέρω γιατί τα πήρα και τα ’βαλα στην τσέπη μου. Εκείνη τη στιγμή άκουσα για πρώτη φορά εκείνο τον ήχο – ένα τρίξιμο, κάτι σαν σίδερο που γρατζουνάει πάνω σε τσιμέντο, αργό, παρατεταμένο. Νόμιζα πως χτύπησε καμία γάτα στο φράχτη ή φυσάει το ανοιγμένο παράθυρο κάποιου εγκαταλειμμένου αγροτόσπιτου, δεν έδωσα σημασία.

Συνέχισα να περπατάω, μόνο που έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει συνέχεια πίσω. Κάτι στο κεφάλι μου επέμενε ότι με παρακολουθούν. Ρίχνω μια ματιά, τίποτα – μόνο ένα κοράκι πάνω σε μια κολώνα της ΔΕΗ, με το κεφάλι γυρισμένο σαν να με παρατηρεί. Πήγα λίγο πιο γρήγορα τότε. Ανέβασα ρυθμό, θυμάμαι, ίσως γελοία, αλλά είχα αρχίσει να νιώθω άβολα.

Λίγα μέτρα παρακάτω, ένας σκύλος – ψηλός, λεπτός, ξεδοντιασμένος, από κείνα τα αδέσποτα που φοβάσαι να τα πλησιάσεις – στεκόταν στη μέση του δρόμου. Ούτε γάβγιζε ούτε κουνιόταν, απλώς με κοιτούσε. Έκανα να τον προσπεράσω, ψιθυρίζοντας, “Άντε, άντε, φύγε ρε”, αλλά εκείνος δεν άνοιξε ρουθούνι. Προσπάθησα να μην τον κοιτάξω άλλο κι έκανα κύκλο να τον αποφύγω. Και τότε το άκουσα πιο καθαρά: το ίδιο τρίξιμο, μα τώρα ερχόταν από πολλά σημεία μαζί. Από δεξιά μου, αριστερά, πάνω απ’ τα δέντρα.

Ανέβηκαν τα στέκια μου. Πρόσθετη ξαφνική, παγωμένη υγρασία να κυλάει στη μπλούζα μου. Σήκωσα το φερμουάρ μέχρι πάνω. Ήμουν μόνος. Τουλάχιστον έτσι πίστευα. Μέσα στο θόρυβο του αέρα, νόμιζα ότι άκουγα κι άλλα βήματα, λίγο βαρύτερα από τα δικά μου, λίγα μέτρα πίσω. Έτρεξα σχεδόν μικρή απόσταση – ούτε που το κατάλαβα – μέχρι που έφτασα εκείνη τη διασταύρωση που πάντα χώριζα το δρόμο: δεξιά ξαναγυρνάς στο χωριό, αριστερά μπαίνεις χωματόδρομο, πιο βαθιά στο δάσος.

Έκανα να πάρω τον ασφαλή δρόμο, τότε όμως… κάποιος μίλησε. Όχι δυνατά, μα σαν να το ψιθύρισε δίπλα στ’ αυτί μου. “Μη γυρίσεις”. Παγώνω. Για δευτερόλεπτα, αληθινά, η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπάει έτσι όπως περπατούσα, τα βήματά μου ξαφνικά βαριά, σαν να είχα κολλήσει τη γη. Προσπάθησα να γελάσω μόνος μου, να το διαλύσω στο μυαλό μου: “Φαντάσματα, ε; Καλά κρασιά”. Και τότε, πάλι το τρίξιμο. Πιο κοντά. Σαν κάποιος να τραβούσε αργά μια βαριά αλυσίδα πάνω στο στεγνό δρόμο, στα πέντε μέτρα πίσω μου.

Δεν γύρισα. Είναι παράξενο πώς ο πανικός μπορεί να σε κάνει να κίνεσαι αυτόματα. Κώλος σφιγμένος, που λένε. Περπατάω μπροστά, νιώθω τον ιδρώτα να μαζεύεται στα αυτιά μου, και το τρίξιμο – όχι, τώρα όχι ένα, αλλά δύο, τρία, πολλά μαζί, κοντύτερα. Κάτι γλιστρούσε στην άκρη της όρασής μου, πίσω δεξιά. Και πάλι, εκείνο το ψιθυριστό: “Μη γυρίσεις…”.

Ήθελα όσο τίποτα να κοιτάξω πίσω, όμως τα πόδια απλώς με πρόδιδαν, τραβώντας με άτσαλα πιο γρήγορα παρά ποτέ. Πρόσεξα τότε – κι αυτό μόνο όποιος είναι τρομαγμένος το πιάνει – πως οι σκιές στο δρόμο είχαν αλλάξει. Δεν ήταν κανείς εκεί, αλλά οι σκιές βάραιναν, λες και κάτι στεκόταν από πάνω μου – αόρατο, βαρύ, περίεργα μακρύ, περίεργα λυγισμένο.

Τότε το κινητό μου χτύπησε. Έβγαλα το χέρι από την τσέπη τρέμοντας – ήλπιζα, αστεία, πως αν απαντούσα θα έσκιζα τη σιωπή, θα σταματούσε ό,τι γινόταν. Όμως, καθώς το έβγαλα, το χέρι μου έπιασε κάτι μεταλλικό: τα γυαλιά που είχα μαζέψει στην αρχή. Μόλις τα ακούμπησα, ένιωσα ξανά το κρύο, τον ιδρώτα, τον ήχο πιο δυνατό. Κι εκείνη τη στιγμή στ’ αλήθεια πείστηκα – δεν ήμουν μόνος.

Το κινητό χτύπησε δεύτερη φορά, πιο δυνατά, τρυπητό μέσα στη σιγαλιά. Έγινε κάτι παράξενο: ο ήχος του χτυπήματος δεν απλώθηκε γύρω μου, αλλά φάνηκε να τραντάζει και να διπλώνει τον αέρα στο ένα σημείο, πίσω μου. Σαν κάποιος να τον άκουγε μαζί μου. Σαν κάποιος να περίμενε.

Μάζεψα κουράγιο κι άρχισα να τρέχω αληθινά. Τα βήματά μου χωνεύτηκαν στο τρίξιμο, στο σούρσιμο, στο ψιθυριστό “μη γυρίσεις”. Στο δρόμο ο αέρας βάρυνε, πιο σκοτεινό κι απόγευμα. Τ’ αμάξια άφαντα, τα φώτα σβηστά – το χωριό μακριά ακόμα. Στην τελευταία στροφή – εκεί που αφήνεις πίσω το δάσος για να δεις το φως του οικισμού – ένιωσα κάτι να αγγίζει τα μαλλιά μου από πίσω, σαν να μου τα τακτοποιεί απαλά, σχεδόν φιλικά.

Ταυτόχρονα, όλα σταμάτησαν: ο ήχος, το ψιθύρισμα, η αίσθηση. Γύρισα τρέχοντας στο σπίτι μου, την πόρτα με τις διπλές στροφές στο κλειδί. Μπήκα στο μπάνιο, ξέπλυνα το πρόσωπό μου – κι αντί να δω το δικό μου, για κάτι ακαριαία δευτερόλεπτα, είδα να αντανακλώνται στο τζάμι δύο ζευγάρια μάτια: τα δικά μου και εκείνα, πίσω, μικρά, κιτρινωπά, γέρνοντας το κεφάλι παράξενα, λες κι έκριναν αν θα άντεχα κι άλλο.

Δεν ξέρω τι ακριβώς μ’ ακολούθησε εκείνο το απόγευμα ή αν γύρισε ποτέ πίσω στο δάσος. Μόνο τα γυαλιά, τα πέταξα έξω, δεν τα κράτησα. Και κάθε φορά που κάποιος περπατάει εκεί κοντά το βράδυ, προσεύχομαι να μη σταθεί να κοιτάξει πίσω του.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
(Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.)

You might also like