Τρομακτικές Ιστορίες – Οι στοίβες με τα χαλίκια στην αυλή του χωριού
Θα την πω την ιστορία όπως ακριβώς έγινε – έστω, όπως την έζησα εγώ. Δεν θέλω να πείσω κανέναν. Απλώς, όταν έχεις περάσει αυτό που πέρασα, καταλαβαίνεις γιατί κάποιοι άνθρωποι αποφεύγουν να μιλούν πολύ μετά το σούρουπο.
Ήταν αρχές Οκτώβρη και είχα μόλις μετακομίσει για δουλειά σ’ ένα χωριουδάκι έξω απ’ το Αίγιο. Το σπίτι ένα μικρό ισόγειο, δανεικό από τον ξάδερφό μου. Τα πρωινά ήμουν ήσυχος: καφές, εφημερίδα στην αυλή, ο ήλιος χαμηλός, μυρωδιά από βρεγμένο χώμα και παντού ησυχία – εκείνη η βαθιά ησυχία που έχει μονάχα η επαρχία. Όλα έμοιαζαν τέλεια. Κάπως έτσι ξεχνιέσαι.
Το πρώτο που με παραξένεψε ήταν κάτι εντελώς ασήμαντο, θα το πεις. Έβγαινα έξω ένα απόγευμα να πετάξω τα σκουπίδια και παρατήρησα δίπλα στο δένδρο της αυλής, μια μικρή στοίβα χαλικάκια. Τα είχα μαζέψει, νόμιζα, λίγες μέρες πριν να μην σκοντάφτω. Τώρα είχαν ξαναμαζευτεί, και πάλι στη μέση του μονοπατιού, σε σχήμα σαν μισό κύκλο. Στην αρχή σκέφτηκα παιδάκια ή κανένα ζώο. Δεν έδωσα σημασία.
Το βράδυ, εκείνη τη μέρα, κόλλησαν στο μυαλό μου οι λεπτομέρειες: το πορτάκι της αυλής που έτριζε λίγο παραπάνω, κάτι σαν βήματα λίγα μέτρα πιο μακριά, αλλά δίχως φωνές, Δευτέρα ήταν, όλα έρημα. Μια φορά μου φάνηκε, μάλιστα, πως ανάμεσα απ’ τις γρίλιες του υπνοδωματίου έπαιζε μια μικρή σκιά – αλλά παραείναι εύκολο να δεις σκιές άμα το περιμένεις.
Πέρασαν δυο-τρεις μέρες ήσυχα, μέχρι που άρχισε να βρέχει, γκριζάρισε ο ουρανός, οι δρόμοι άδειοι κι εγώ μόνος με τον εαυτό μου. Εκείνο το βράδυ δεν πολύείχα όρεξη για τηλεόραση, έτσι έσβησα τα φώτα και κάθησα στην κουζίνα με κρασί. Κάποια στιγμή, καταλαβαίνεις το δούλεμα των αισθήσεων όταν φωνάζει η σιωπή. Εκείνη την ώρα λοιπόν, το άκουσα. Ένα λεπτό σύρσιμο, σαν κάτι να γδέρνει απαλά το πάτωμα έξω απ’ το σπίτι, όχι παραπάνω από τρία-τέσσερα βήματα μακριά απ’ το παράθυρο της κουζίνας.
Πάγωσα – όχι από τρόμο, απλώς σκέφτηκα μήπως κάποιο ζώο είχε τρυπώσει. Δεν άνοιξα τα φώτα, μήτε το παράθυρο, απλώς έμεινα ακίνητος κάνα λεπτό, αγκομαχώντας να διακρίνω κάτι μέσα στον ήχο της βροχής. Η βροχή, όμως, πνίγει τους ήχους. Ένιωσα ότι ό,τι κι αν γυρνούσε εκεί έξω, το ήξερε καλύτερα το μεταμεσονύκτιο σκοτάδι απ’ ό,τι εγώ.
Το επόμενο πρωί της Τρίτης, βγήκα και πάλι στην αυλή. Δίπλα στο δέντρο, εκεί που πριν ήταν τα χαλίκια, είχε σχηματιστεί μια καινούρια στοίβα, αυτή τη φορά σαν μισό φεγγάρι – μόνο που αδύνατον να το έκανε άνθρωπος με τόση τάξη. Τακ-τακ, μια πέτρα δίπλα στην άλλη. Παρατηρώντας, είδα στο υγρό χώμα κάτι σαν αποτύπωμα – όχι πατημασιά, μάλλον ένα χωριστό ίχνος, σαν να σύρθηκε κάτι φαρδύ κι απαλό, όχι βαρύ όμως.
Το βράδυ κοιμόμουν άσχημα. Κάποια στιγμή, μες στον ύπνο μου, νόμιζα πως κάτι ακούστηκε, σαν έναν αναστεναγμό ή έναν πνιχτό θόρυβο έξω απ’ το παράθυρο. Έπειτα πάλι σιγή.
Στις μέρες που ακολούθησαν, άρχισε κάτι να τρίζει διαρκώς τις ίδιες ώρες – γύρω στις τρεις. Καρέκλες, η ξύλινη πόρτα που έγερνε μισάνοιχτη μες στη βροχή, μικρά θροΐσματα στις γωνίες, σαν να ανακατεύει κανείς παλιές κουβέρτες ή σακούλες. Όλα μικρά, όλα τόσο φυσιολογικά που κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη το πρωί και γελάς με την ιδέα πως άρχισες να τρομάζεις απ’ τον αέρα. Ωστόσο, αργότερα, πηγαίνοντας ως το μαγαζί του χωριού, ρίχνεις μια ματιά πίσω απ’ τον φράχτη σου και σκέφτεσαι ότι κάτι δεν είναι όπως το άφησες.
Το αποκορύφωμα ήρθε περίπου μια βδομάδα μετά. Είχα ξαγρυπνήσει – δουλειά στον υπολογιστή, πάνω απ’ τα χαρτιά μου. Είχε σχεδόν ξεχαστεί το θέμα με τα χαλίκια όταν άκουσα ένα απαλό, διακεκομμένο τρίξιμο απ’ τη μεριά της αποθήκης. Η αποθήκη ήταν ένα χαμηλό σπιτάκι, λίγο πίσω στην αυλή, που το κράταγα πάντα κλειδωμένο. Δεν είχε τίποτα αξίας – ένα παλιό τραπέζι, μερικά σακιά με χώμα, εργαλεία και κάτι παλιά έπιπλα.
Το τρίξιμο σταμάτησε. Έπειτα, μια αμήχανη σιγή και μετά ο ήχος, αυτός ο ήχος που φτιάχνουν οι πέτρες όταν τις ακουμπάς η μία στην άλλη – ένα ξηρό, κούφιο τακ-τακ, σχεδόν εξωπραγματικό τη νύχτα. Χωρίς να το σκεφτώ (ή μάλλον, προσπαθώντας να σταματήσω να το σκέφτομαι) ντύθηκα, πήρα ένα φακό κι ένα μαχαίρι κουζίνας και βγήκα στην αυλή. Είχε ξαστεριά. Έκανε κρύο.
Η αποθήκη ήταν κλειδωμένη μα το παράθυρό της μισάνοιχτο – κοίταξα μέσα, κουβάρια από σκόνη, τίποτα περίεργο. Κάνοντας να φύγω, άκουσα μισό βήμα πίσω μου, σχεδόν σέρσιμο, και τότε ο φακός έσβησε. Υπήρχε φεγγάρι, αλλά τα πάντα μπλέκοναν στις σκιές. Βιάστηκα μέσα, έκλεισα την πόρτα, κλείδωσα. Μα μέσα στο σαλόνι, έτοιμος να πάω να βάλω ένα ποτό για να συνέλθω, παρατήρησα κάτι που δεν έπρεπε να είναι εκεί – στη γωνία, δίπλα στο μισό άδειο ράφι, μια στοίβα με πέντε-έξι χαλίκια, ταχτοποιημένα προσεκτικά το ένα πάνω στο άλλο. Δεν κατάλαβα πώς βρέθηκαν μέσα. Ούτε γιατί υπήρχαν εκεί.
Κοιμήθηκα με το φως ανοιχτό. Το επόμενο πρωί το σπίτι ήταν ήσυχο πάλι, αγγελικά ήσυχο, απρόσιτο σχεδόν. Όμως, στη σκουρόχρωμη επιφάνεια του τραπεζιού κουζίνας, είχε μείνει ένα λεπτό ίχνος από χώμα – κυκλικό, σαν να γύρισε κάτι υγρό κι αόρατο εκεί κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Τα παράθυρα ήταν όλα κλειστά, οι πόρτες κλειδωμένες. Κι όμως, κάθε βράδυ, την ίδια ώρα, όσο έμενα εκεί, κάτι συνέχιζε να φτιάχνει μικρές στοίβες από χαλίκια όπου δεν έπρεπε να υπάρχουν. Σταμά
