Τρομακτικές Ιστορίες – Η φωνή από το άδειο διαμέρισμα
Ήταν μια από εκείνες τις μέρες που όλα μοιάζουν συνηθισμένα, και νομίζεις ότι τίποτα δεν μπορεί να σου συμβεί. Ήταν Δευτέρα, τέλη Οκτώβρη, κι εγώ σχολούσα αργά απ’ τη δουλειά εκείνο το βράδυ. Έμενα τότε σε μια γειτονιά που δεν είχε πολλά να πεις – με λαϊκά διώροφα, σκονισμένους δρόμους, γείτονες που γνωρίζεις μόνο από τη φωνή πίσω από τις κουρτίνες, αν τύχει και τις αφήσουν ανοιχτές. Είχα τη συνήθεια, ειδικά όταν ο καιρός γύριζε στο ψυχρό εκείνης της εποχής, να πηγαίνω μια βόλτα πριν ανέβω σπίτι, και να σταματώ για κάτι μικρό απ’ το φούρνο της γωνίας. Εκείνο το απόγευμα είχε ψιλόβροχο, τίποτα σοβαρό, αλλά όσο προχωρούσα, τα βήματα βούλιαζαν στη μαλακή βρεγμένη άσφαλτο.
Ο φούρνος ήταν ανοιχτός. Η Μαρία, πίσω απ’ τον πάγκο, προσπαθούσε να φτιάξει τον χαλασμένο φωτισμό στη βιτρίνα. Μια από τις λάμπες αναβόσβηνε άρρυθμα – σαν να ‘παιζε ο χρόνος μαζί της, μια μέσα, μια έξω – και το φως έριχνε σκιές ανεξήγητες στο χώρο. Πήρα μια τυρόπιτα, αντάλλαξα δυο κουβέντες μαζί της, κι όσο έφευγα, παρατήρησα στην πόρτα τυχαία – κάτι που δεν είχα ξανασυνειδητοποιήσει. Στο τζάμι της εισόδου ήταν κολλημένο ένα αυτοκόλλητο-μάτι, σαν φυλαχτό. Λεπτομέρεια που σ’ άλλον θα ξέφευγε, αλλά θυμάμαι είχα σταθεί λίγο και το κοίταζα, ξεκρέμαστο σχεδόν, να τρεμοπαίζει με τον αέρα.
Ήταν ήδη σκοτεινά καθώς έστριβα για το στενό που οδηγούσε σπίτι. Μεγάλα, μουσκεμένα φύλλα στους δρόμους, καμία ψυχή τριγύρω. Έφτασα στην πολυκατοικία, ξεκλείδωσα, ανέβηκα τις σκάλες, ακούγοντας τον γνωστό παλιό θόρυβο της κουπαστής που τρίζει όταν περνάς. Όλα γνώριμα. Κι όμως, από το επάνω διαμέρισμα – εκεί που από παλιά ήταν άδειο, τρεις μήνες και βάλε – άκουσα μισοψιθυριστές φωνές. Όχι καθαρές, όχι γέλια ή συζήτηση. Κάτι σαν χαμηλό τραγούδι, που μόλις που φτάνει στ’ αυτί σου, σαν τα παλιά ραδιόφωνα που πιάνουν στατικά ή μια μνήμη. Η φωνή θύμιζε γυναίκα, αλλά ίσως και να με γελάει το μυαλό μου. Κοντοστάθηκα μ’ ένα πάθος να ακούσω καλύτερα, αλλά αμέσως σώπασαν όλα. Ήχος μόνο από τα παπούτσια μου που κόλλησαν λίγο στο πατάκι του διαδρόμου, τίποτα άλλο.
Σπίτι μπήκα, άλλαξα ρούχα, άφησα τσάντα και κινητό στο τραπέζι, κι έβαλα τσάι. Πάντα μετά τη βροχή, το διαμέρισμα μύριζε μια μούχλα αρχαία, αγκιστρωμένη στα κουφώματα. Μισόκλεισα τα παντζούρια γιατί ο αέρας είχε γύρισμα, και κάθισα στη σιγαλιά. Εκεί, νιώθεις το κάθε τι: το τρίξιμο απ’ το πάτωμα, το νερό που στάζει, ένα ρεύμα που περνά κάτω απ’ την πόρτα. Όλα μικρές, ασήμαντες αφορμές να μη σκεφτείς τίποτα αληθινά περίεργο.
Κι όμως, εκείνη τη μέρα… Πρέπει να ήταν γύρω στις έντεκα, αφού είχα τελειώσει και με το φως στο μπάνιο που δεν έφτιαχνε, όταν ξαφνικά άκουσα πάλι τα ίδια. Στην αρχή χαμηλά, σαν χαμόγελο βαμμένο στον αέρα. Ένας αδύναμος ήχος, ανάμεσα σε τραγούδι και κλάμα, να στριφογυρίζει έξω από την πόρτα μου. Ήμουν βέβαιος πια πως ερχόταν από το επάνω διαμέρισμα. Λέω, “Κάποιος μετακόμισε, κι απλώς δεν τον είδα.” Όμως, κανένα φως δεν έπαιζε εκείνες τις μέρες κάτω από τη χαραμάδα ούτε σημάδι ζωής. Μια παράξενη ελαφράδα στο κούφωμα με τρόμαξε. Πλησίασα πιο πολύ την πόρτα μου. Έμεινα εκεί σχεδόν ακίνητος, κρατώντας την ανάσα.
Κι εκεί – ανάμεσα σε δύο τοίχους, μπλεγμένος με τον ήχο του καλοριφέρ που έσταζε – ακούστηκε στα σίγουρα κάτι περίεργο. Τρία βήματα πάνω, διακριτικά, σαν να σύρεται κάτι βαρύ στα γυμνά ξύλινα πατώματα. Ύστερα σιωπή. Ένα λεπτό που κυλάει αργά, με του ρολογιού τη λεπίδα. Ξαφνικά, ένας ψίθυρος, τόσο αβέβαιος, που μόνο το μυαλό προσπαθεί να ερμηνεύσει: “Εδώ είσαι;”. Παύση. Ξανά, “Εδώ είσαι;”. Αργά, πνιχτά. Κι όσο προσπαθώ να μη δώσω σημασία, το ψυγείο μου ξεκουρδίστηκε και το σκούξιμο απ’ το μοτέρ ξέφυγε δυνατό, τρομάζοντας με. Κόλλησα στην καρέκλα. Ό,τι κι αν ήταν, δεν είχε ήχο περπάτημα προς τα σκαλιά. Σαν να στεκόταν ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μου, πάνω στο ταβάνι.
Ήπια το κρύο τσάι αμίλητος. Αποφάσισα να την αγνοήσω – “κούραση είναι”, σκέφτηκα, “η βροχή σου χαλάει το μυαλό…”. Προσπάθησα να μπω στη ρουτίνα – αλλά η νύχτα, όσο περνούσε, δεν πήγαινε να καταλαγιάσει. Κάθε τόσο, μια αίσθηση πως κάποιος μ’ έβλεπε περνώντας στο διάδρομο, σαν ένα βάρος στον αέρα. Ντύθηκα λίγο πιο ζεστά, πήγα να τραβήξω ακόμα πιο κάτω τα παντζούρια, και τότε είδα φευγαλέα τη σκιά ενός προσώπου, από πίσω, στο σκοτάδι έξω. Όχι σχήμα καθαρό – απλώς κάτι που έλειπε, εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα παρά μόνο ο ανήφορος της αυλής.
Όλη τη νύχτα, ο ήχος συνέχισε: τριγμοί, βήματα, φωνές που χάνονταν και εμφανίζονταν ξανά, ψιθυριστά τριγύρω απ’ τους τοίχους. Ούτε να διαβάσω, ούτε να κοιμηθώ. Κι όταν, γύρω στις τρεις, πήρα το θάρρος να ανέβω τη σκάλα, να δω μήπως είχε ανοίξει φως, ησυχία νεκρική και σκοτάδι.
Την επομένη, ρώτησα κρυφά τη διαχειρίστρια αν είχε έρθει κάποιος νέος στο πάνω διαμέρισμα. Η απάντηση ήρθε γρήγορη, με χαριτωμένη αγανάκτηση: “Όχι παιδί μου, ακόμα νοικιάζεται—μπήκα μόνη μου προχτές να το καθαρίσω, όλα κλειδωμένα.” Επέμεινα. Τίποτα. Ούτε ίχνος μετακόμισης, ούτε σκονισμένες πατημασιές στην είσοδο.
Κι έτσι έμεινα, κάθε νύχτα, να ακούω αυτά τα βήματα. Τα ψιθυρίσματα επέστρεφαν πού και πού, κάθε φορά πιο καθαρά, ποτέ όμως τόσο που να καταλάβεις λέξεις – μόνο ερωτήσεις που χάνονταν, φράσεις δίχως νόημα στη σιωπή. Ακόμα και το πρωί, φαίνεται λες και κάτι μένει στον αέρα: μια αίσθηση πως κάποιος είναι πάντα ένα πάτωμα από πάνω, πάντα στη σωστή γωνία, ακριβώς εκεί που δεν βλέπεις.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Χριστίνα.
