Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Η φιγούρα στον σκοτεινό διάδρομο της Νίκαιας

Δεν ξέρω αν τέτοιες ιστορίες αξίζει να τις λες. Συνήθως, όταν τις μοιράζεσαι, σκέφτεσαι ότι ίσως σε βοηθήσει να το βάλεις κάπου, να το ξορκίσεις. Αλλά εδώ και μερικά χρόνια, προτιμώ να το κρατάω μέσα μου, μισοξεχασμένο ― σαν το σφύριγμα του ανέμου που ακούς τις νύχτες, όταν όλοι κοιμούνται.

Όλα ξεκίνησαν μια τελείως κοινή Τρίτη, τέλη Φλεβάρη. Το θυμάμαι γιατί ήταν η μέρα που άλλαξε το ωράριο στη δουλειά κι έφευγα πιο αργά. Αυτή η μέρα είχε κάτι στον αέρα, μια μουντάδα, έβρεχε ψηλά, όπως λέει ο πατέρας μου. Περπατούσα τη διαδρομή προς το σπίτι, στη Νίκαια, κάτω απ’ τα φώτα της λεωφόρου, κραύγες αυτοκινήτων, φώτα, σήματα, όλα γνώριμα.

Η πολυκατοικία μας έχει αυτά τα σφραγισμένα μπαλκόνια, τζάμια με άλατα, παλιά φώτα στους διαδρόμους. Λίγο πριν μπεις, έχεις αυτή τη σκοτεινή υποδοχή, που μαζεύει υγρασία και μυρωδιές από μαγειρέματα όλης της πολυκατοικίας. Εκεί, εκείνο το απόγευμα, κάτι μ’ έκανε να σταθώ πριν βάλω το κλειδί στην εξώπορτα. Ένας υπόκωφος, συνεχόμενος ήχος, σαν γουργουρητό, αλλά όχι από ζώο. Πιο πολύ σαν κάποιο μηχάνημα που τριζοβολάει κάπου μακριά… Έριξα μια μάτια γύρω μου, αλλά το μόνο που είδα ήταν η σκιά μου στο μπεζ μάρμαρο και το πλαστικό χαλάκι της κυρά-Δέσποινας.

Άνοιξα, μπήκα μέσα. Η είσοδος άδεια, όπως πάντα τέτοια ώρα. Έκανα να πατήσω το κουμπί του ανελκυστήρα, μα ήταν εκτός λειτουργίας. Δεν είναι σπάνιο, σαράντα χρόνων ασανσέρ κι από τότε που πέθανε ο κυρ-Αρίστος δεν το φρόντισε πια κανείς. Πήρα τη σκάλα. Στον πρώτο όροφο, όμως, έπρεπε να κοντοσταθώ ― κάτι δεν πήγαινε καλά με το φως. Ανάβει αυτόματα, αλλά τώρα τρεμόπαιζε, έσβηνε, άναβε, και κάθε φορά η σκάλα κι όλο το γύρω γινόταν σχεδόν από άλλο υλικό, σκληρό και ξένο μέσα στη στιγμιαία σκιά.

Συνέχισα αργά, με τα ψώνια στα χέρια, σκεπτόμενος απλά να φτάσω πάνω. Στον τρίτο μείναμε μονάχα εγώ και μια γριά, η κα Παναγιώτα, που δεν έβγαινε πια απ’ το σπίτι. Αλλά εκείνο το απόγευμα, καθώς άνοιγαν οι σκάλες, παρατήρησα πως η πόρτα της Παναγιώτας ήταν λίγο ανοιχτή. Στάθηκα, ακούγοντας. Σκεφτόμουν, αν έπεσε η καημένη ή αν χρειαζόταν βοήθεια. Πριν πλησιάσω να ρίξω μια ματιά, μου ‘ρθε μια μυρωδιά, σαν βρεγμένο μαλλί ή παλιό ρούχο που το είχες λησμονήσει ώρες στο νερό. Άκουσα μια κίνηση, έναν στριφογύρισμα; Το πάτημα έμοιαζε… σχεδόν μεταλλικό.

Δεν ήθελα να μπω αποφάσισα. Τουλάχιστον όχι έτσι. Έσκυψα ελαφρά και φώναξα «κα Παναγιώτα, όλα καλά;». Τίποτα. Καμιά απάντηση. Μονάχα μια ψυχρή, ξαφνική σιγή, σαν να κατάπιε όλη την πολυκατοικία.

Με έπνιξε μια αόρατη ανησυχία. Πήγα στο δικό μου διαμέρισμα, έβαλα τα ψώνια, ούτε που έβγαλα το πανωφόρι. Ήθελα να κάτσω, να μην κάνω τίποτα. Αλλά δεν τα κατάφερα. Τηλεφώνησα στη διαχειρίστρια, μήπως ήξερε τι τρέχει με τη γριά. Μου είπε «Η Παναγιώτα; Μια χαρά, με πήρε νωρίτερα για το ρεύμα. Εσύ μην ανησυχείς, παιδί μου. Έχει συγγενή που τη βλέπει». Έκλεισα, χωρίς να της πω τι ακριβώς είδα.

Η νύχτα κύλησε ενοχλητικά ήσυχη. Συνήθως ακούς καζανάκια, τσακωμούς, βήματα στις σκάλες. Τώρα, μόνο το ψιλόβροχο στα τζάμια κι εκείνο το τρεμόπαιγμα από τις λάμπες στο διάδρομο. Όταν πήγα να πλύνω τα δόντια μου, μου φάνηκε ότι είδα κάτι να κινείται πίσω μου στο θαμπό καθρέφτη, κάτι ψηλό και λεπτό σαν σκιά, αλλά το έριξα σε σκιές.

Το χειρότερο, όμως, ήρθε αργά τα ξημερώματα. Ξύπνησα από έναν ήχο, σαν να τράβηξαν με μανία κάτι μεταλλικό πάνω στο πάτωμα του διαδρόμου ― ένιωσα τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκώνονται. Κρατήθηκα στο κρεβάτι, περίμενα να περάσει. Το μικρό ρολόι έδειχνε τέσσερις και δεκαοχτώ, όταν μια βαριά σιγή έπεσε και πάλι.

Την άλλη μέρα, με πήραν από το γραφείο αν μπορώ να δουλέψω από το σπίτι. Κάτι έπεσε στο δίκτυο και έμεινα εκεί. Όλο το πρωί, το σπίτι μύριζε περίεργα – κατάλαβα πως η μυρωδιά ερχόταν απ’ το διάδρομο. Άνοιξα δειλά τη δική μου, να κοιτάξω. Τότε το είδα.

Στη μέση του διαδρόμου, προς το διαμέρισμα της κ. Παναγιώτας, είχε ένα σκούρο σημάδι σαν υγρασία που τρεμόπαιζε. Ήταν υγρό, σαν νερό, αλλά πιο βαρύ, σαν λάδι. Κάπου πάνω στην κηλίδα έβλεπες και μικρές, σχεδόν αόρατες γυαλάδες, σαν να είχε μπει κάτι και να πέρασε, δηλαδή σημαδεύοντας με λεπτά, στεγνά αποτυπώματα.

Έκανα να πλησιάσω, αλλά το φως έσβησε ξανά. Πριν σκοτεινιάσει εντελώς, είδα κάτι να στέκει στην άκρη της πόρτας της Παναγιώτας ― ψηλό, αδύνατο, μια φιγούρα, πιο σκοτεινή ακόμα κι απ’ το διάδρομο. Ένιωσα κράτημα στο στομάχι, έφυγα πίσω, έκλεισα με δύναμη τη δική μου πόρτα και δεν ξανάνοιξα. Κάθισα πίσω απ’ τα πατζούρια, με τα φώτα σβηστά, να κρυφακούω. Και κάθε τόσο, πέρα από το τρεμούλιασμα του διαδρόμου, ακουγόταν εκείνος ο περίεργος μεταλλικός ήχος, πιο σιγανός κάθε φορά, μέχρι που όλα βυθίστηκαν στον απόλυτο ήχο της βροχής.

Μιλήσαμε ξανά με τη διαχειρίστρια την επόμενη εβδομάδα ― η Παναγιώτα, λέει, είχε φύγει από τη ζωή δυο μέρες πριν. Την τελευταία μέρα την είδε ο ανιψιός της, δεν άνοιξε η πόρτα από τότε. Εγώ, ποτέ δεν είπε τίποτα για το διάδρομο, και κανένας δεν ανέφερε τίποτα για τις νύχτες της βροχής ή τους ήχους.

Από τότε, όταν κατεβαίνω να βγω, καμιά φορά στέκομαι λίγο στην πόρτα, ακούγοντας αν ακούγεται κάτι, αν το φως τρεμοπαίζει ή αν μυρίζει ακόμα βρεγμένο μαλλί. Αλλά ποτέ δεν κοιτάζω πολύ. Κι αν ποτέ ακούσω τον ήχο εκείνο, με το σέρσιμο στο σκοτεινό διάδρομο, απλά βγαίνω ή μένω μέσα ― ποτέ δεν πλησιάζω πια, ούτε μιλάω σε κανέναν γι’ αυτό.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

(Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάνος.)

You might also like