Τρομακτικές Ιστορίες – Η σκιά στο παλιό διαμέρισμα του Παγκρατιού
Η ιστορία μου συνέβη πριν μερικά χρόνια – τότε που έμενα σ’ εκείνο το παλιό διαμέρισμα στο Παγκράτι. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, παλιά πολυκατοικία του ’60, πέμπτος όροφος, χαμηλά ταβάνια, πολλά ξύλινα πατώματα που έτριζαν μόνα τους τα βράδια. Εγώ τα έριχνα πάντα στα παπούτσια μου που ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί.
Δούλευα σε φαρμακείο τότε. Είχα κουραστικό ωράριο, οπότε, όταν γύρναγα σπίτι, το μόνο που ήθελα ήταν ένα ζεστό μπάνιο και λίγο φαγητό μπροστά στην τηλεόραση. Εκείνο το απόγευμα, ήταν γύρω στις 7:30, θυμάμαι, είχε πέσει ένα παράξενο μωβ χρώμα έξω απ’ το παράθυρο. Ήταν απόγευμα τέλη Γενάρη κι έβρεχε ψιλά – απ’ αυτές τις ψιχαλίτσες που πέφτουν αθόρυβα, λες και στάζουν από το ταβάνι του ουρανού, χωρίς αέρα. Κάθισα με το πιάτο στο σαλόνι κι άνοιξα την τηλεόραση, αλλά η οθόνη έκανε κάτι τρεμάμενες γραμμές λες και έπιανε μόνο παράσιτα. Άλλαξα μπαταρίες στο τηλεκοντρόλ, τίποτα. Το ‘ριξα στο ραδιόφωνο – ίδιες παράσιτα. “Κομμένο το ρεύμα;” είπα, αλλά το φως της κουζίνας άναβε.
Είχε μια ησυχία αλλόκοτη. Ακόμα και η πολυκατοικία φαινόταν σαν να κρατούσε την αναπνοή της. Παράξενο, γιατί πάντα κάτι άκουγες – ένα καζανάκι, ένα παιδί να τρέχει πάνω, κάποιον να μαλώνει, κάτι. Εκείνο το απόγευμα μόνο μια σταγόνα νερού, κάθε τόσο, απ’ το μπάνιο.
Όταν τελείωσα το φαγητό, είπα να κάτσω λίγο στην πολυθρόνα με το βιβλίο μου. Έπιασα το κινητό, μήπως έχει κάτι να χαζέψω – μα ούτε κι αυτό, δεν έπιανε σήμα. “Εντάξει,” σκέφτηκα, “θα φταίνε τα σύννεφα.”
Κι εκεί ξεκίνησαν οι μικρές περίεργες λεπτομέρειες. Ξαφνικά, είδα πως στον απέναντι τοίχο, λίγο πάνω απ’ το τραπέζι, είχε μια σκιούλα παράξενη. Λες και κάτι στεκόταν εκεί, αλλάζοντας ελαφρώς σχήμα με κάθε αχτίδα που άφηνε το φως του δρόμου. Την κοίταξα στιγμιαία, κι ύστερα γέλασα με τον εαυτό μου. Είπα να φτιάξω καφέ.
Ξεκίνησα προς την κουζίνα, κι εκεί – μα το Θεό – μύρισα κάτι όχι έντονο, αλλά… γνώριμο. Μια μυρωδιά υγρασίας και σαπουνιού, ανακατεμένη με κάτι πιο ξινό, σαν να ‘χε ξεχαστεί κάτι στο ψυγείο. Έλεγξα από πού έρχεται, μα τίποτα. Άνοιξα ελαφρά το παράθυρο, να μπει αέρας.
Τότε άκουσα το πρώτο. Από το υπνοδωμάτιο – ήρθε ένας αχνός θόρυβος, μικρός, σαν κριτς-κρατς. Άθελά μου, σταμάτησα: κοιτούσα προς το στενό, σκοτεινό χωλ. Ήξερα κάθε γωνιά του σπιτιού, ήξερα πως το κούφιο πάτωμα εκεί τρίζει αν περπατήσεις. Μα εγώ δεν ήμουν μέσα. Το θόρυβος έμοιαζε με κάποιον που σιδέρωνε απαλά με τα νύχια του το πάτωμα – όχι δυνατά, μα όσο χρειάζεται για να κάνεις μια γρατζουνιά.
Προσπάθησα να το εξηγήσω λογικά: θα τρυπάει το νερό από πάνω, ή κάποιο ποντίκι στη ντουλάπα – αυτά λέει ο νους. Πλησίασα αργά το δωμάτιο. Άνοιξα τη λάμπα – τίποτα. Το μόνο που με έπνιξε ήταν πιο δυνατή η μυρωδιά υγρασίας.
Γύρισα στο σαλόνι, έβαλα ένα ποτήρι νερό. Παρατήρησα τότε πως η σκιούλα στον τοίχο είχε μεγαλώσει, είχε απλωθεί λίγο παραπάνω, σχεδόν μέχρι το πάτωμα. Δεν ήθελα να την κοιτάξω πολλή ώρα – σκέφτηκα πως είναι αλλαγή του ήλιου, ότι “φτάνει να σκέφτομαι τέτοια σαν παιδί”.
Βγήκα στη βεράντα – πραγματικά το σώμα μου δεν το ήθελε, αλλά πήγα για να πείσω εμένα ότι δεν τρέχει τίποτα. Είχε ακόμα βροχή, μα δεν άκουγες τίποτα. Ο δρόμος έρημος, κανένα αυτοκίνητο, ούτε γείτονες στα μπαλκόνια με τσιγάρο. Έστριψα να ξαναμπώ κι εκεί – εκεί είδα, για μια στιγμή, μέσα από το τζάμι του σαλονιού, ότι η σκιούλα είχε πάρει σχήμα πιο καθαρό – κάτι σαν σκυφτός άνθρωπος, με μακριά χέρια, όρθιος πίσω απ’ την πολυθρόνα. Πετάχτηκα προς τα μέσα, κι εκεί δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο το φως της λάμπας, και η σκιούλα, πάλι ακανόνιστη.
Προσπάθησα να το αγνοήσω, όμως το σώμα μου ήταν σφιγμένο, τα δάχτυλα ιδρωμένα. Πήρα ό,τι κουράγιο είχα κι άρχισα να μιλάω μόνος μου, χαζά, όπως μιλάς σ’ ένα ζώο: “Φτάνει πια, δεν είναι τίποτα, έχεις κουραστεί, αύριο θα γελάς.”
Ήταν τότε που άκουσα ξανά εκείνον τον ήχο από το υπνοδωμάτιο – μα αυτή τη φορά, διπλά, σαν να γρατζουνάνε το παρκέ δύο ζευγάρια νύχια, συνεργαστικά, συγχρονισμένα. Δεν το άντεξα – μπήκα με φόρα στο δωμάτιο, πέταξα το φως. Τίποτα.
Γύρισα στο σαλόνι ψάχνοντας για το κινητό μου – να καλέσω κάποιον, να μιλήσω, να ζήσω σκέψη κανονική. Σκέφτηκα να ανοίξω τη μεγάλη ντουλάπα – ίσως είχε μπει γάτα, κούναγαν έτσι τα πράγματα, να το πάρω χαμπάρι και να τελειώσει το αστείο του μυαλού μου.
Μα όταν άνοιξα την ντουλάπα, εκείνη η σκιούλα του τοίχου, για μια στιγμή – και το ορκίζομαι – δεν ήταν πια στον τοίχο. Έμοιαζε σα να περνάει από μπροστά μου, σα να τρέχει να κρυφτεί πάλι στη γωνία, να χωθεί πίσω μου. Μια αυλάκωση ψυχρού αέρα, μια ανάσα, όχι θορυβώδης, αλλά… ζεστή, στο λαιμό μου. Κοκάλωσα, και κάτι πέρασε δίπλα μου χωρίς να το δω. Δεν άκουσα πόρτα ούτε βήματα – μόνο αισθάνθηκα το δέρμα μου να φουσκώνει ολόκληρο.
Δεν έμεινα εκείνο το βράδυ. Έριξα ό,τι μάζεψα, κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά, τα πόδια μου έτρεμαν. Δεν είπα ποτέ τίποτα σ’ ανθρώπους – ποιος θα με πίστευε;
Τα πατώματα εκείνα τρίζουν ακόμη, κι ας μένει άλλος τώρα. Περνώ καμιά φορά απ’ έξω, κοιτάζω το παράθυρο που έβλεπε η σκιά. Και το βράδυ, όταν πέφτει σιωπή, υπάρχει κάτι στην ανάμνηση εκείνης της σκιούλας που μου σηκώνει τρίχα. Δεν έμαθα ποτέ τι ήταν. Δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θοδωρής.
