Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Η σκιά που περίμενε στο διαμέρισμα

Δεν θυμάμαι ακριβώς τι ώρα ήταν όταν ξεκίνησα να γυρίζω σπίτι εκείνο το βράδυ, αλλά δεν ήταν ούτε πολύ αργά, ούτε πολύ νωρίς· κάπου γύρω στις δέκα, μπορεί και δέκα-και-μισή. Ήταν μια συνηθισμένη Πέμπτη, τέλη Μάρτη – η πόλη ένα απλωμένο μπλε κουβερλί, φωτισμένο από λίγες κίτρινες λάμπες και φώτα από τα απέναντι μπαλκόνια. Μύριζε υγρασία, εκείνο το γνώριμο άρωμα που μαλακώνει τους δρόμους μετά τη βροχή, και έπιασα τον εαυτό μου να βαδίζει λίγο πιο γρήγορα από το κανονικό, δίχως κατανοητή αιτία.

Κατέβαινα πάντα από την πάνω γειτονιά, μια διαδρομή γνωστή. Ήξερα κάθε στροφή, κάθε ξεφτισμένη ταμπέλα, κάθε κατεβασμένο ρολό στα κλειστά μανάβικα. Εκείνη τη νύχτα όμως, τα κράτησα όλα αυτά στο νου μου, κι ας μη συνειδητοποίησα τότε το γιατί – κάπως τα αποτύπωνα, λες κι έπρεπε να τα θυμάμαι ακριβώς όπως ήταν.

Δεν είχε κόσμο. Μόνο το σκυλί της κυρίας Άννας, απ’ την πλατεία, που γάβγιζε πού και πού σε κάποιον αόρατο εχθρό, και κάποιες φωνές αμυδρές από το μαγαζί της γωνίας. Στην ανηφόρα, λίγο πριν στρίψω για το στενό μου, άκουσα βήματα. Όχι μπροστά, ούτε πίσω μου. Σα να ερχόντουσαν από πλάγια, μπουκωμένα από τη χοντρή μάντρα ενός κήπου. Δε στάθηκα, δεν γύρισα, συνέχισα κανονικά, με εκείνη την ήσυχη απόφαση ανθρώπου που θέλει να πιστεύει πως όλα είναι στο μυαλό του.

Όταν έφτασα στη στροφή, κάτι είχε αλλάξει. Το γνωρίζω αυτό το στενό – με τα τρία παρκαρισμένα αυτοκίνητα (το άσπρο Optra, το γαλάζιο Yaris και εκείνο το παλιό Seat με τα φθαρμένα λάστιχα). Εκείνο το βράδυ έλειπαν τα αμάξια. Καμία θέση δεν ήταν πιασμένη. Περίεργο. Δεν υπήρχε ποτέ μέρα που να μην είναι σφηνωμένα το ένα δίπλα στ’ άλλο.

Έγνεψα στον εαυτό μου ότι μάλλον ταξί πήραν ή κάποιο πάρτι είχαν στη γειτονιά. Προχώρησα ακόμα λίγα βήματα. Τα παράθυρα, που πάντα ήταν φωτεινά με σκιές αγαπημένων στην κουζίνα, απόψε ήταν μαύρα, όλα κατεβασμένα ρολά. Στάθηκα αυτόματα κάτω από την κολώνα, δίπλα στο σπίτι του κυρίου Φώτη, εκεί που κάθε Σεπτέμβρη μυρίζει ακόμη μπετό.

Όταν πάτησα το κουμπί για το φως της εισόδου, το μικρό στρογγυλό κουμπί που πάντα κολλούσε, ένιωσα κάτι ανάμεσα σε κλικ και σούβλισμα στο δάχτυλο. Δεν άναψε τίποτα. Υπήρχε απόλυτο σκοτάδι – περίεργο, αφού ο διαχειριστής ήταν μανιακός με το ρεύμα και πάντα τα φρόντιζε. Έπιασα στα τυφλά το κινητό μου, το άφησα να φωτίσει το πρώτο σκαλοπάτι της πολυκατοικίας.

Φτάνοντας στον τρίτο, είδα ότι η πόρτα του διαμερίσματός μου μισάνοιχτη – φως δε φαινόταν πουθενά. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ίσως πάτησα λάθος το κλειδί το πρωί και δεν την έκλεισα καλά. Με μια απόκοσμη ψυχραιμία (ή μάλλον αμηχανία) έσπρωξα την πόρτα, φωνάζοντας τον εαυτό μου με το όνομά μου, δήθεν αδιάφορα, τάχα μου κάτι να πω, να γεμίσω τον αέρα.

Ήταν μια παράξενη σιωπή – ξέρετε; Ούτε το ψυγείο δεν βούιζε. Πέρασα γρήγορα στο σαλόνι που ήταν και η μπαλκονόπορτα, να ελέγξω αν ήταν κλειστή. Ήταν. Πήγα στην κουζίνα: το ίδιο, σκοτεινή, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όμως στο πάτωμα, εκεί που δεν έβαζα ποτέ τίποτα, υπήρχε μια μαυροκόκκινη τρίχα – μια μακριά, μπερδεμένη τρίχα, που έμοιαζε περισσότερο με βιλάϊ ή κλωστή παρά με ανθρώπινη τρίχα. Δεν έχω σκύλο ούτε γάτα. Ζω μόνος μου.

Δίπλα απ’ το χαλί, πολύ ήσυχα, ακούστηκε ένα τρίξιμο. Σα να τεντώθηκε το ξύλο με κάποιο βάρος. Κάτι φάνηκε στη σκιά από το πάσο, μα δεν κατάφερα να διακρίνω – το κινητό μου έριξε μια αδύναμη δέσμη που δεν έφτανε μακριά. Μόνο που τώρα, κάθε ήχος έμοιαζε να έρχεται πιο κοντά· ένα γδούπο, ξανά, κι ύστερα απότομη σιγή. Τα αυτιά μου βούιζαν.

Τολμώ να πω πως άρχισα να ψιθυρίζω λόγια που δεν έβγαζαν νόημα, μόνο για να ακούω κάτι δικό μου μέσα σ’ αυτό το βουβό σπίτι. Προσπάθησα να γελάσω με τον εαυτό μου, αλλά εκείνο το γέλιο κόπηκε στη μέση, όταν κάτι γρύλισε – όχι δυνατά, μα χαμηλά, με έναν ξερό, ψυχρό ήχο – πίσω απ’ το παλιό καλοριφέρ. Ένα γδύλισμα τόσο αλλόκοτο, που κατάλαβα αμέσως πως δεν ήταν ζώο.

Έκανα δυο βήματα πίσω. Από τη μεριά του τοίχου, κρυμμένη, υπήρχε μια σκιά πιο μαύρη απ’ το σκοτάδι. Δεν κινήθηκε. Η μόνη της παρουσία ήταν το κρύο που φύσηξε ξαφνικά στο σβέρκο μου, σα να μου ‘χε κολλήσει πάγος πάνω στο δέρμα, και μια παράξενη μούχλα που μύριζε ανάσες χαλασμένες.

Είδα – ή νόμισα ότι είδα – δύο μικρές, ακίνητες κουκκίδες, σαν να ήταν μάτια. Μα δεν έφεγγαν. Ήταν σα να με απορροφούσε κάτι ανεξήγητο, ένα σκοτεινό βάρος, μια ανάσα που περίμενε. Δεν τόλμησα να μιλήσω ούτε να κουνηθώ. Ένιωσα πως αν έκανα το παραμικρό λάθος, εκείνο που κρυβόταν στη γωνία θα έμπαινε μέσα μου, θα έπαιρνε ό,τι είχα.

Η σιωπή έγινε αφόρητη. Έμεινα άγαλμα, κοιτώντας το κενό, μέχρι που το κινητό μου έσβησε από μπαταρία. Έμεινα δέκα λεπτά, ίσως και περισσότερο, χωρίς να μπορώ να ανασάνω. Δεν άκουσα τίποτα να φεύγει, καμία πόρτα να τρίζει, κανένα παράθυρο να ανοίγει. Όταν βρήκα το κουράγιο ν’ ανάψω το φως – γιατί τελικά, μετά από πολλή ώρα, άναψε – η σκιά δεν υπήρχε πια, ούτε τα ίχνη της τρίχας, ούτε τίποτα αφύσικο.

Όλα ήταν πάλι όπως πριν. Μόνο το διαμέρισμα φαινόταν πιο βαρύ, κι εγώ – από τότε – δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.

You might also like