Τρομακτικές Ιστορίες – Η σιωπηλή νύχτα με τα υγρά πατήματα
Εκείνο το βράδυ ήταν το πιο ήσυχο που θυμάμαι, και ίσως αυτό φταίει για το τι έγινε μετά. Ήταν μέσα Νοέμβρη, απ’ αυτές τις νύχτες που βρέχει ψιλά σαν σκοτεινή κουρτίνα, και που ό,τι φως μένει απ’ τους δρόμους μοιάζει θολό, σαν να έχουν τα γυαλιά σου αχνίσει. Είχα δουλέψει μέχρι αργά – τρεις φάκελοι, λίγα ενοχλητικά emails, τίποτα σοβαρό. Όταν γύρισα σπίτι, έβγαλα το παλτό μου, πέταξα τα κλειδιά στην πιατέλα, και πρόσεξα πως, παρά τη βροχή, η πολυκατοικία μου ήταν εντελώς, ολότελα σιωπηλή. Καμία πόρτα να ανοιγοκλείνει, κανένα βήμα στις σκάλες, κανένα γάβγισμα του σκύλου του Μάρκου απέναντι. Αυτές οι σιωπές μου τη δίνουν — είναι σαν να βλέπεις το σπίτι σου με καινούρια μάτια, και ξαφνικά συνειδητοποιείς πόσο μόνος είσαι, και πόσο εύκολα μπορεί να γίνει κάτι αλλόκοτο.
Έβαλα το τσάι να βράζει και πήγα να βγάλω τα παπούτσια στην είσοδο. Τότε το πρόσεξα – μια μικρή πατημασιά, σχεδόν άχρωμη, μες στη σκόνη δίπλα στο χαλάκι. Δεν ήταν δική μου. Φαινόταν πιο μικρή απ’ το νούμερό μου και είχε κάτι περίεργο, σαν να μην είχε βήμα αληθινού παπουτσιού, πιο πολύ πάτημα κάλτσας – και ήταν και νωπή, σαν ίχνος από υγρό ύφασμα. Έμεινα λίγο ακίνητος, κοίταζα εναλλάξ το πάτωμα και τα πόδια μου, προσπαθώντας να σκεφτώ αν πέρασε ο διαχειριστής για το νερό ή αν ήρθε κανείς για τα κοινόχρηστα. Το μυαλό μου γύριζε, αλλά κάθε πιθανή δικαιολογία έμοιαζε κάπως ξεκάρφωτη. Έσκυψα, πέρασα το δάχτυλο πάνω στο ίχνος — non stop υγρασία, αλλά καμιά μυρωδιά.
Άναψα όλα τα φώτα του διαδρόμου και άνοιξα την πόρτα να ρίξω μια ματιά έξω — τίποτα. Το χαλί μου ήταν μισοβρεγμένο, ίσως επειδή έσταζα εγώ ή ίσως επειδή κάποιος στεκόταν εκεί λίγα λεπτά πριν. Έκλεισα την πόρτα κάπως αμήχανα και ξαναγύρισα στην κουζίνα, στο τσάι που είχε πλέον γίνει χλιαρό. Έφαγα λίγο ψωμί, έβαλα ένα χαμηλό τραγούδι από το ράδιο, να διώχνει τη σιγή. Κάπου εκεί ακούστηκε ο πρώτος ήχος. Κάτι σαν συρτό περπάτημα – όχι αλλεπάλληλα βήματα, μόνο το χαρακτηριστικό «σουφ, σουφ» κάποιου που σέρνει ξερό πόδι σε πάτωμα. Νόμιζα ειλικρινά πως το φανταζόμουν. Γέλασα μόνος, κοίταξα το κινητό δήθεν ανέμελα, και σκέφτηκα πως όλα αυτά είναι η κούραση που βγαίνει στο τέλος μιας μακριάς μέρας.
Είχα αποφασίσει να μπω για ένα γρήγορο μπάνιο, να μου φύγει το κρύο. Το διαμέρισμα είχε πάρει μια περίεργα υγρή μυρωδιά, ούτε τουβλάκι, ούτε βροχή, κάτι άλλο πιο βαρύ, πιο ξένο. Η βρύση έκανε μικρά, άρρυθμα τσιτσιρίσματα καθώς έτρεχε το νερό, κι εκεί που ξεντύθηκα, άκουσα πάλι αυτό το σύρσιμο – αυτή τη φορά κοντά, κάπου έξω απ’ την πόρτα του μπάνιου. Αφουγκράστηκα, περίμενα να ξανακούσω βήμα, χτύπημα, τίποτα. Κράτησα την αναπνοή μου αρκετά για να ξεκινήσει το χέρι να μουδιάζει απ’ τον φόβο που έμπαινε σταδιακά, αργά, με το ζόρι.
Τότε ήταν που θυμήθηκα το παράθυρο της κουζίνας – εκείνο που κλείνει πάντα με δυσκολία. Πήγα να το ελέγξω, και όντως, ήταν λίγες ίντσες ανοιχτό. Πιάνω το χερούλι, το τραβάω με δύναμη, παγώνει ο αγκώνας μου, γιατί εκείνη την ώρα, παραδίπλα, άκουσα κάτι σαν ανάσα, κοφτή και βαθιά, και το φως της κουζίνας τρεμοπαίζει για δυο δευτερόλεπτα. Δεν ήμουν μόνος. Όμως δεν είδα τίποτα – ούτε σκιά, ούτε κίνηση, μόνο το γνώριμο πάτωμα με τα σημάδια από καρέκλες και μια γυαλάδα κατώ από το ντουλάπι.
Έκλεισα το παράθυρο, κάρφωσα το σύρτη και πήρα το κινητό στο χέρι, έτοιμος να καλέσω κάποιον, χωρίς όμως να ξέρω τι ακριβώς να πω. «Νομίζω πως κάποιος μπήκε στο σπίτι;», «Άκουσα βήματα;»… Πώς να τα πεις χωρίς να γελάσουν και οι ίδιοι. Τελικά, κάθισα στο σαλόνι, ακούμπησα το κεφάλι πίσω στα μαξιλάρια και στήριξα τα πόδια στο τραπεζάκι, να δείξω στον εαυτό μου πως «όλα καλά, τίποτα δεν έγινε». Άκουσα το ρολόι τοίχου να χτυπάει τρεις φορές, το δωμάτιο εκτός από βροχή βοούσε.
Κοιτούσα το φως της λάμπας, πόσο μικρό φαίνεται όταν όλα τα άλλα σβήνουν, κι εκεί άκουσα ξανά εκείνο το σύρσιμο, τώρα, καθαρά, μέσα απ’ την κρεβατοκάμαρα. Δεν ήρθε από τον διάδρομο – ακούστηκε, λες και ήταν πάντα εκεί. Πίεσα τα χέρια στις παλάμες να σταματήσουν να τρέμουν. Το κινητό έτρεμε παράλληλα, πήρε μόλις τότε σήμα για μήνυμα, και στην οθόνη αναβόσβηνε μόνο η λέξη: «είσαι μόνος;».
Στο μυαλό μου, όλα έσπασαν: η ήσυχη βροχή, η σκόνη στο πάτωμα, το ανοιχτό παράθυρο, ακόμα και η χλιαρή γουλιά τσάι που έπινα πριν από λίγο. Κλειδώθηκα στην κρεβατοκάμαρα, αλλά τα πόδια μου δεν με κρατούσαν γερά. Δεν άκουγα τίποτα πια, ούτε ήχο, ούτε ανάσα. Μόνο τη σιωπή – εκείνη τη σιωπή που μαζεύεται στα σπίτια και γίνεται σκούρα, κολλώδης, σαν να προχωράει μες στις γωνιές του τοίχου.
Έμεινα έτσι, ακίνητος, ώσπου το φως τρεμόπαιξε για τρίτη φορά. Η λάμπα έσπασε με έναν ξαφνικό, ξερό ήχο, και για μερικά δευτερόλεπτα δεν ήξερα αν πρέπει να ουρλιάξω ή να προσπαθήσω να είμαι αόρατος. Τότε, νιώθω κάτι να πλησιάζει απ’ το χαμηλό σημείο του δωματίου — το πάτωμα έκανε ένα ελαφρύ τρίξιμο, όπως όταν μικραίνει η θερμοκρασία απότομα. Ύστερα μεσολάβησε σιγή. Βάθια, τελική, που μετά βίας ακούς τον εαυτό σου.
Αυτή τη νύχτα, δεν έκλεισα μάτι. Τo κινητό μου άναψε τρεις-τέσσερις φορές ακόμα μόνο του κι έβγαλε το ίδιο μήνυμα – «είσαι μόνος;». Δεν είχε όνομα, δεν είχε αριθμό. Κάποια στιγμή, απλώς σηκώθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου κι έφυγα χωρίς να κλείσω τα φώτα, ούτε τα παράθυρα.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Βασίλης.
