Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Η σιλουέτα στο μωβ μπαλκόνι της Καλογρέζας

Δεν ήταν τίποτα ξεχωριστό, εκείνη η μέρα. Ήμουν στην Αθήνα, αρχές φθινοπώρου, είχε βγάλει μια μουντή, πηχτή συννεφιά απ’ το πρωί, που σε έκανε να νιώθεις σαν να είσαι συνέχεια στο προσκέφαλο κάποιου παλιού άρρωστου. Έπρεπε να πεταχτώ ως την Καλογρέζα για να αφήσω κάτι βιβλία σε μια φίλη. Μόλις είχα παρκάρει σ’ ένα στενάκι πίσω από την παιδική χαρά, δίπλα σ’ εκείνο το παλιό διώροφο με το μωβ μπαλκόνι και τη βοκαμβίλια – αν έχετε περάσει ποτέ από εκεί, καταλαβαίνετε. Πάντα με τρόμαζε, χωρίς να ξέρω ακριβώς το γιατί.

Είχα κανονίσει να τη συναντήσω στις επτά και είχα φτάσει δέκα λεπτά νωρίτερα. Το κινητό μου είχε μόλις 3% μπαταρία, οπότε είπε να κάτσω στο αυτοκίνητο, να ακούσω ραδιόφωνο χαμηλόφωνο, να περιμένω να τη δω να έρχεται. Είχε μια απόλυτη ησυχία που δεν ταίριαζε μ’ εκείνη τη γειτονιά – ούτε παιδιά δεν φωνάζανε στην παιδική χαρά.

Έβγαλα το βιβλίο που θα της έδινα απ’ το σακίδιο, μηχανικά το ξεφύλλισα. Το βλέμμα μου έπεσε στο παλιό σπίτι με το μωβ μπαλκόνι. Αυτό το μέρος, κάθε φορά που περνούσα, σαν να τραβούσε πίσω τους ήχους. Τα παραθυρόφυλλα πάντα μισόκλειστα, ένα λευκό κουρτινάκι βρώμικο, ποτέ φως – τίποτα. Τώρα όμως, κάτι δεν κολλούσε. Είδα πρώτη φορά μια σιλουέτα πίσω απ’ το τζάμι, τόσο ακίνητη που για δευτερόλεπτα νόμιζα πως ήταν αντανάκλαση. Μετά, ένιωσα πως με κοιτάζει.

Άφησα τα μάτια μου να παίξουν στους τοίχους κι εκεί είδα κάτι παράξενο: ένα παλιό κομμένο καλώδιο να πηγαίνει σχεδόν μέχρι κάτω, σκουριασμένο, αλλά μ’ ένα κομματάκι αλουμινόχαρτο πιασμένο στη άκρη σαν σημείωμα. Ποιος βάζει αλουμινόχαρτο για φιτίλι σε καλώδιο; Κανείς. Μια στιγμή έμεινα να το κοιτάω κι ύστερα γύρισα το βλέμμα μου. Η σιλουέτα είχε χαθεί.

Λίγο αργότερα, ενώ κοιτούσα το βιβλίο, άκουσα έναν ήχο. Χτύπος σταθερός, σαν ποντίκι ή σπουργίτι, κάτι να γρατζουνάει μέταλλο. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως ήταν κανένας γάτος στη μοτοσυκλέτα δίπλα μου, αλλά έπειτα πάλι κείνο το βλέμμα, αυτή τη φορά πιο ξεκάθαρα: από ένα μικρό άνοιγμα στην κουρτίνα, ένα μάτι. Μαύρο, παγωμένο, άγρυπνο. Νομίζω πως εκεί ταράχτηκα στ’ αλήθεια και, χωρίς να καταλάβω γιατί, κλείδωσα τις πόρτες. Υποσυνείδητα. Μπορεί να το κάνετε κι εσείς, όταν κάτι δεν σας φαίνεται φυσιολογικό.

Τότε είναι που ένιωσα το ψύχος στην πλάτη. Όχι αυτό που προέρχεται από το κρύο∙ ένα άλλο, που βγαίνει από μέσα σου, σαν προειδοποίηση. Και ο χτύπος, πάλι, πιο νευρικός. Άρχισε να δυναμώνει, να μοιάζει ανθρώπινος – μετρημένος, σαν χέρι να καρφώνει με το νύχι σ’ ένα μολυβδόφυλλο. Σκέφτηκα να φύγω, μα η μπαταρία είχε πια τελειώσει, κι ο κινητήρας δεν έπιανε με την πρώτη. Μόνο ένα ελαφρύ “γγγγ” και μετά τίποτε.

Έπειτα, είδα το εξής: η πόρτα του σπιτιού, που φαινόταν φρακαρισμένη τόσα χρόνια, άνοιξε απαλά προς τα μέσα. Ένα μικρό κομμάτι από κρύο, γυαλιστερό σκοτάδι φάνηκε πίσω της. Βγήκε προς τα έξω ένας ήχος, κάτι ανάμεσα σε τρίξιμο βημάτων και αναστεναγμό. Η σιλουέτα, δεν ξέρω αν ήταν η ίδια που είχα δει πίσω απ’ το παράθυρο, πήρε να κατεβαίνει προς τον δρόμο, αργά, ακουμπισμένη στο κάγκελο. Το βλέμμα της κατάμαυρο, χωρίς βάθος, χωρίς φως. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως ήταν το φως της ημέρας, η κούρασή μου, η φαντασία μου ενδεχομένως.

Αλλά ήταν εκεί. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα, ακριβώς απέναντί μου. Δεν μ’ έβλεπε, δεν έκανε καμιά κίνηση προς το μέρος μου. Σαν να περίμενε, σαν να μετρούσε χρόνο, σαν να με δοκίμαζε. Τα πάντα γύρω είχαν παγώσει. Μέχρι κι ο αέρας, μέχρι κι εκείνα τα μικρά χαρτιά που σέρνονταν πάντα στα πόδια του πεζοδρομίου. Κι εγώ, παγωμένος, να προσπαθώ να μείνω ήρεμος, να βοηθάω δήθεν τον εαυτό μου με το βιβλίο, κι όμως να μη διαβάζω πια ούτε λέξη.

Η σιλουέτα άρχισε τελικά να κατεβαίνει πιο κοντά. Πέτυχα το βλέμμα της για μια στιγμή – το στόμα ήταν μακρύ, ένας ίσκιος, κι εκείνο το χαλασμένο, υγρό φως στα μάτια, που δεν ήταν μάτια, αλλά κάτι σαν τρύπες. Δεν άντεξα κι έσκυψα το κεφάλι, λες και μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαφανιζόταν. Μύριζε υγρασία. Παλιά ξύλα. Κάτι μου ήρθε στο νου, παιδί, να χώνομαι κάτω από το πάπλωμα όταν άκουγα θορύβους τη νύχτα.

Περίμενα, δεν ξέρω πόση ώρα, ως που (ήμουνα έτοιμος να ουρλιάξω) άκουσα ένα δυνατό “ντουπ” πάνω στ’ αυτοκίνητό μου. Αναπήδησα. Δεν ήταν κανείς. Μόνο ένα μυτερό χαρτάκι αλουμινόχαρτο – το ίδιο που είχα δει πριν πιασμένο στο καλώδιο – χτυπούσε στη λαμαρίνα μου, και κοίτα να δεις, κανένας αέρας δεν φυσούσε. Έκανε έναν υψηλό, μεταλλικό ήχο καθώς γρατζουνούσε.

Τότε χτύπησε το παράθυρο της συνοδηγού. Απότομα. Ένα βιαστικό, σαν από νύχι. Κοίταξα προς τα ‘κει: τίποτα. Μόνο η κουρτίνα στο παλιό σπίτι να λικνίζεται, σαν κάτι να είχε φύγει προς τα μέσα. Για χάριν μιας στιγμής, είδα μια σκιά να σβήνει, και μετά το τζάμι να μένει διάφανο, καθαρό, σαν να μην ήταν ποτέ κανείς πίσω του.

Η φίλη μου ήρθε δέκα λεπτά αργότερα. Με βρήκε λευκό σαν το πανί. Δε μου είπε τίποτα. Πήρε τα βιβλία, αλλά πρόσεξα κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει: επάνω στο χαρτονένιο εξώφυλλο, ένα αποτύπωμα υγρό, παράξενα διαγραμμένο, σαν από τρία μακριά δάχτυλα. Έκανε να το σκουπίσει, και το αποτύπωμα χάθηκε.

Δεν είπα τίποτα σε κανέναν, ούτε σε εκείνη. Μέχρι και σήμερα, αν βρεθώ κατά κει, δεν κοιτάζω ποτέ προς το μωβ μπαλκόνι. Δεν ξέρω αν ήταν άνθρωπος, σκιά ή κάτι απ’ αυτά που μαζεύουν στα παλιά σπίτια – ούτε και θέλω στ’ αλήθεια να μάθω.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
(Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Νίκη.)

You might also like