Τρομακτικές Ιστορίες – Η διαδρομή με το τελευταίο ταξί της νύχτας
Δεν ξέρω αν έπρεπε να το γράψω αυτό, αλλά όταν με ρωτήσατε τι συνέβη εκείνο το βράδυ, απλώς δεν βγήκε ποτέ από μέσα μου. Οπότε, ας το πω ξεκάθαρα, με τη σειρά του.
Δούλευα τότε απογεύματα σ’ ένα μικρό νοσοκομείο, απ’ αυτά που βρίσκονται στις άκρες των προαστίων, ούτε μέσα στην πόλη ούτε έξω-έξω εντελώς. Το δικό μας, το έλεγαν οι παλιοί «το Νοσοκομείο με τα παράθυρα», επειδή είχε κάτι τεράστια παλιά κουφώματα—μπαζώνουν και τρίζουν σαν φυσάει. Έμενα ακόμη με τους γονείς μου, αλλά επειδή συνήθως τέλειωνα κοντά μεσάνυχτα και το λεωφορείο περνούσε κάθε μία ώρα, συχνά έπαιρνα ταξί για να γυρίσω σπίτι. Εκείνο το βράδυ, είχε βγει δυνατό κρύο. Ο φύλακας στην έξοδο είχε αναμμένο θερμαινόμενο, τραβώντας πότε-πότε ρουφηξιές τσιγάρου που έκανε βαρύ τον αέρα κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα.
Βγήκα λίγο μετά τις δώδεκα. Στην είσοδο του νοσοκομείου υπήρχε ένας μακρύς διάδρομος με τζαμαρία και κάτι παλιά φώτα που είχαν σχεδόν όλα καεί. Στην αρχή δεν μου έκανε εντύπωση, αλλά υπήρχε μια περίεργη ησυχία εκείνο το βράδυ. Ούτε καν τα σκυλιά της περιοχής δεν ακούγονταν. Ο φύλακας με χαιρετάει μ’ ένα νεύμα. Καθώς πλησίαζα την πιάτσα για ταξί, είδα μόνο ένα μαύρο, παλιό Mercedes. Πιο πέρα ήταν η στάση λεωφορείου, τελείως άδεια.
Εμπιστεύτηκα το αμάξι. Πλησίασα, ο οδηγός δεν φαινόταν καλά—μόνο μια σκιά πίσω από το τζάμι. Πλησίασα, λέω: «Ελεύθερος;» Μου άνοιξε το παράθυρο. “Ναι, μωρέ, μπες”, ακούω μια κάπως βαριά φωνή, μ’ εκείνο το ελαφρύ τρέμουλο που έχει ο ψιλόκοσμος μετά τα 60.
Μπαίνω μέσα, κάθομαι πίσω από τον οδηγό. Το ταξίμοτρο ήταν σβηστό, αλλά δεν έδωσα σημασία. Όλα τα παλιά ταξί εκεί κοντά έτσι κυκλοφορούσαν αν τύχαινε βάρδια στα ρεπό των νεότερων. Ο αέρας μέσα βάρυς. Φορούσε γάντια—ήταν χειμώνας, σκέφτηκα πως θα κρύωνε στα χέρια. Έβαλε μπροστά και ξεκινήσαμε. Από τη θέρμανση έβγαινε ένας παράξενο μυρωδιά, σαν κάρβουνο να’χε πέσει στο καλοριφέρ.
Πήγα να του πω διεύθυνση. «Ξέρω, ξέρω, στη Μεγάλου Αλεξάνδρου», είπε. Δεν θυμάμαι αν του την είχα ξαναπεί αλλά το άφησα να περάσει. Καθόμουν πίσω και κοίταζα έξω. Όσο προχωρούσαμε, παρατήρησα πως οι δρόμοι ήταν πολύ πιο άδειοι απ’ όσο συνήθως. Ούτε ένα άλλο ταξί, ούτε κάποιον να περπατάει στο πεζοδρόμιο. Άρχισα να νιώθω το στόμα μου ξερό. Ο οδηγός δεν άναψε ραδιόφωνο. Ούτε ρώτησε, ούτε έκανε κουβέντα.
Στους πρώτους δρόμους που έστριψε θυμάμαι ξεκάθαρα: πήγαινε πιο αργά απ’ το κανονικό, αλλά κάθε τόσο πάταγε γκάζι απότομα, σαν να ήθελε να δει κάτι. Κάποια στιγμή, τα φώτα της πόλης πίσω μας αραίωσαν και μείναμε με μόνη συντροφιά τα φώτα των στύλων, που κάθε τόσο αναβόσβηναν. Ξαφνικά, σε μια μεγάλη διασταύρωση, πάτησε ξανά το φρένο, εκνευρισμένος. Έκανα να του μιλήσω, αλλά δεν γύρισε να με κοιτάξει. Είδα στο πλάι το πρόσωπό του, μισό φωτισμένο, μισό σκοτεινό. Μόλις που ξεχώριζα το μάτι του απ’ τον καθρέφτη.
Λίγο μετά, το ταξί πήρε έναν παράξενο δρόμο που εγώ ήξερα πού οδηγεί, αλλά δεν ήταν ο σωστός για το σπίτι μου. Πήγαινε γύρω-γύρω, απ’ τα πίσω στενά. Του λέω, δειλά: “Από δω δεν βολεύει, πιο γρήγορα πας από την Έλληνος Στρατιώτου.” Δεν απάντησε. Το αμάξι συνέχισε. Ένιωθα ότι κάτι είχε αλλάξει στη θερμοκρασία—κρύωνα, αλλά άρχισα να ιδρώνω στα χέρια. Μέσα στο αμάξι επικρατούσε μια σιγή, που έκανε ακόμα και τα μικρότερα τριξίματα να ακούγονται βροντερά.
Όσο περνούσαν τα λεπτά, όσο πήγαινε, τα φώτα έξω λιγόστευαν. Στις γωνίες των δρόμων, έβλεπα σκιές, αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήταν δέντρα ή κάτι άλλο. Κάθε τόσο, ένιωθα ότι κάποιος κοίταζε από τα πίσω καθίσματα. Μια φορά, γύρισα απότομα, σχεδόν σίγουρος ότι κάποιος κάθεται δίπλα μου. Τίποτα. Μόνο το παλιό, φθαρμένο ύφασμα και η μυρωδιά του τσιγάρου.
Του ξαναλέω, πιο νευρικά τώρα: «Θέλω να κατέβω εδώ!» Το χέρι του, με τα γάντια, σφίγγει το τιμόνι. Δεν μίλησε, ούτε γύρισε καν να δει αν έβαλα ζώνη ή κάτι, τίποτα. Συνέχισε να οδηγεί. Τα σπίτια έξω τώρα είχαν σβήσει τα φώτα τους—λες και δεν τα είχαν ποτέ. Μόνο κάτι γκαράζ με ένα κόκκινο λαμπάκι και παρατημένα φορτηγά.
Είχα αρχίσει να σκέφτομαι διάφορα—να σπάσω το παράθυρο ή να καλέσω κάποιον, αλλά δεν είχα σήμα στο κινητό μου, μόνο ένα αχνό, πράσινο φως στην άκρη της οθόνης. Ξέρεις εκείνο το συναίσθημα που καταλαβαίνεις ότι κάποιος βλέπει κάθε σου κίνηση; Αυτό. Ούτε στον καθρέφτη δεν τόλμησα να ξανακοιτάξω.
Φτάνουμε σ’ ένα μικρό φανάρι, εκεί που υπάρχει μια παλιά αλάνα. Το πίσω μέρος ήταν πνιγμένο στο σκοτάδι, το φως από το φανάρι μόλις που φώτιζε τα παλιά κλαδιά. Ξαφνικά, ο οδηγός γυρίζει το κεφάλι του, σιγά, αργά, τόσο που πρόλαβα να νιώσω τον ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη μου. Μου λέει χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, «Τελειώσαμε». Σταμάτησε το αμάξι. Δεν τόλμησα να μιλήσω. Ένιωσα την ανάσα μου γρήγορη, τα δάχτυλά μου να σφίγγουν το κάθισμα. Το δικό του χέρι έμεινε στο τιμόνι, σα γάντζος.
Ξεκλείδωσε τις πόρτες χωρίς να πει κάτι. Άνοιξα αργά, βγήκα, κι όπως έκλεισα την πόρτα πίσω μου, το ταξί ξεκίνησε με μια απότομη ανάσα καυσαερίου, χάθηκε στο σκοτάδι του δρόμου χωρίς φώτα. Έμεινα μόνος, με το κρύο να μου σπάει το κόκαλο, κι από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε η Ελένη.
