Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Η γυναίκα στη μονοκατοικία της Καραολή

Δεν είμαι, γενικά, άνθρωπος που πιστεύει σε περίεργα πράγματα. Έχω τα πόδια μου στη γη – και τα δύο. Εκείνη τη Δευτέρα, πήγα στη δουλειά όπως κάθε πρωί. Ξύπνησα με το φως, έβαλα έναν καφέ στο μπρίκι, αγκάλιασα για λίγο το καλοριφέρ που δούλευε ακόμα, τέλη Μαρτίου. Ο δρόμος για τη δουλειά, στη Νέα Φιλαδέλφεια, γνώριμος: ήσυχες γειτονιές, τα συνεργεία να ανοίγουν, ένας τύπος με το παπάκι και τρία κουτιά πίτσα γυρνούσε πάντοτε, για κάποιο λόγο, από εκείνη τη διασταύρωση. Τίποτε δεν με προετοίμασε.

Θυμάμαι να βρέχει αχνά. Όχι δυνατή βροχή, αυτό το βαρύ, σχεδόν αόρατο πράγμα που μου κόλλαγε το παλτό στις ωμοπλάτες. Περνούσα δίπλα από μια μικρή, εγκαταλελειμμένη μονοκατοικία στο στενό Καραολή. Αυτή τη φορά, δεν ξέρω γιατί, κοίταξα προς τα μέσα. Από το κομμένο πλέγμα του φράχτη, φαίνονταν τζάμια σπασμένα. Το παράθυρο της εισόδου ήταν, λέει, το μόνο σωστό στη σειρά – αλλά τώρα είχε κλείσει με σανίδα. Νόμιζα έτσι. Ίσως έτυχε να περνάω εκείνη τη στιγμή που η σανίδα άνοιξε λίγο, σαν κάποιος να ήξερε ότι ήμουν εκεί.

Ήταν ανούσια λεπτομέρεια, αλλά το πρόσεξα – κάτω απ’ το παράθυρο, στο πεζοδρόμιο, είχε μια μισοφαγωμένη πίτα κουλούρι. Δεν φαινόταν παλιά, είχε ψίχουλα ανάμεσα σε κάτι γρασίδια που μεγάλωναν από τις χαραμάδες των πλακακιδίων. Και δίπλα ένα πλαστικό κουτάλι, σπασμένο, ουδεμία λογική εξήγηση, σε πεζοδρόμιο χωρίς σχολεία ούτε μαγαζιά.

Συνέχισα, με ενοχλούσε λίγο η σκέψη, αλλά πήγα στη δουλειά. Εκείνη την μέρα, όμως, ένιωθα μέσα μου μια περίεργη μηχανή να σφυρίζει. Είχα πονοκέφαλο, ένα βάρος στα βλέφαρα, και κάθε τόση νόμιζα πως κάποιος με παρακολουθεί. Πρώτη φορά στα σαράντα μου κόλλησα έτσι. Δεν είπα τίποτα στους συναδέλφους – συγχρονίστηκα με εκείνη την τρέλα της Δευτέρας.

Το περίεργο είναι ότι, το μεσημέρι, πήρα τηλέφωνο στο σπίτι, αλλά ένιωσα σα να ‘χα ήδη μιλήσει σε κάποιον νωρίτερα. Δεν μπορούσα να θυμηθώ σε ποιον. Σαν να είχε περάσει μια φωνή ξένη από το μυαλό μου, όταν έβαζα το κλειδί το πρωί. Μικρό πράγμα, λέω, κουρασμένος θα ήμουν – ή ίσως μόνος.

Το βράδυ έβρεχε πάλι, αυτή τη φορά με πείσμα. Ο δρόμος σκοτείνιασε, κανείς έξω, και οι γάτες φώναζαν από μακριά. Πήρα το γνωστό στενό για να επιστρέψω. Πέρασα πάλι μπροστά από τη μονοκατοικία – κι εκεί, στη σκάλα, καθόταν μια γυναίκα. Ντυμένη με κάτι σαν αδιάβροχο, καφέ. Την είδα να ακουμπά το χέρι της στο μάγουλο, μακριά μαλλιά κρύβανε σχεδόν το πρόσωπο. Δεν έβλεπα μάτια, μόνο ένιωθα ένα βλέμμα στην πλάτη μου χωρίς να κοιτάζει καν επάνω.

Φοβήθηκα να την κοιτάξω δεύτερη φορά. Περπατούσα όπως όλοι στον βυθό της Αθήνας, απο κυβέρνηση μάτια, μην τυχόν και σου πουν κάτι τρελό στον δρόμο. Έφτασα σπίτι, ξύπνησα αργά το πρωί με μια παράξενη βεβαιότητα ότι κάτι έλειπε. Στο καθρέφτη του μπάνιου, βρήκα θαμπάδα, όπως όταν φυσάς πάνω στο τζάμι. Στη μέση, ένα μικρό αποτύπωμα, σα δάχτυλο – όχι δικό μου. Δεν είπα τίποτα, το έπλυνα, αλλά η ανάσα δεν φεύγει έτσι εύκολα.

Τετάρτη βράδυ, δεν άντεχα, πέρασα από άλλο δρόμο. Αλλά πάντα, στενό-στενό, τελείωνα πάλι στην Καραολή. Δεν το καταλάβαινα· σαν κάτι να με τραβούσε σε μια άχρωμη, ίδια διαδρομή. Εκείνο το βράδυ, το σπίτι είχε φως. Το είδα καθαρά πίσω απ’ τη σανίδα – κάποιο ρεύμα, ταλαντευόμενο, μπορεί κερί. Άκουσα καθαρά δύο χτυπήματα, σαν κάποιο χτύπημα σε ξύλο. Μετά, τίποτα. Παρά μόνο εκείνο το παλιό κουτάλι, αυτή τη φορά στη μέση του δρόμου, λες και κάποιος το άφηνε ως σημάδι.

Το επόμενο πρωί, οι συνάδελφοι μύρισαν κάτι περίεργο πάνω μου – ένα μείγμα μούχλας και σιωπής, είπαν γελώντας. Άλλαξα παλτό, έπλυνα τα πάντα. Μα δε φεύγει, κατά βάθος, μια αίσθηση ότι πέρασα κάτι που δεν ανήκει εδώ. Παρατηρούσα τις γωνίες του σπιτιού, στο ταβάνι, κάθε φορά που νύχτωνε. Ένιωθα ένα αεράκι χωρίς λόγο· σα να έμπαινε από τρύπα που δεν έβλεπα.

Μια βδομάδα μετά, βγήκα να πετάξω τα σκουπίδια. Έκανε ψύχρα. Τότε πρόσεξα ότι το παράθυρο της μονοκατοικίας είχε, για πρώτη φορά, φως σα δωμάτιο ζωντανό. Από το πλαϊνό στενό, είδα πάλι το σχήμα της γυναίκας. Στεκόταν ακίνητη — αυτή τη φορά μέσα, ακριβώς πίσω από τη βρόμικη τζαμαρία. Δεν φαινόταν, αλλά καταλάβαινα τα μαλλιά της, το ακίνητο κεφάλι, ένα είδος χαμηλού βουητού. Η σιλουέτα της μου φάνηκε να σκύβει στο πλάι προς τα κει που περνούσα. Δεν έκανα θόρυβο. Ένιωσα μόνο το βλέμμα πάνω μου, μαχαιριά, στο σβέρκο.

Γύρισα σπίτι τρέχοντας. Ο ύπνος δε με ήθελε. Μέσα στη νύχτα, άκουσα κάποιον να σέρνει τα πόδια του έξω. Δεν κοίταξα ποτέ από το παράθυρο. Το φως μπροστά από τη μονοκατοικία έσβησε ταυτόχρονα με το ρολόι της κουζίνας μου, που σταμάτησε ακριβώς στη μία και έξι.

Από τότε, κάτι στο σπίτι μου άλλαξε. Τα παράθυρα θάμπωσαν ξανά, οι τοίχοι έβγαζαν μικρά σαλιγκάρια, πράγματα που δεν έβλεπα ποτέ ως τότε. Και κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, ακούω έναν ψίθυρο να σέρνεται στους τοίχους. Πότε με ρωτάει, πότε απλώς φυσά. Και πάντα, κάθε Δευτέρα—όσο μπορώ να θυμάμαι—μισοανοίγω την κουρτίνα και βλέπω το αντανακλαστικό μιας φιγούρας να με κοιτάει από απέναντι, μέσα από το παράθυρο εκείνης της μονοκατοικίας.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Δημήτρης.

You might also like