Τρομακτικές Ιστορίες – Η βουή στο εκκλησάκι του λόφου
Δεν ξέρω αν θα βγάλει νόημα για σας, αλλά εγώ θα σας πω ακριβώς όπως το θυμάμαι. Ήταν ένα Σάββατο του Φλεβάρη, μια άχαρη, γκρίζα μέρα που μύριζε υγρασία και καμένο ξύλο απ’ τα τζάκια στις αυλές. Είχα φάει αρκετά δύσκολη εβδομάδα στη δουλειά, οπότε το μόνο που ήθελα ήταν να κάτσω λίγο μόνος μου. Ήπια έναν καφέ στη βεράντα, κοιτάζοντας το θλιμμένο δέντρο απέναντι — ξέρετε, εκείνο το ξερό πλατάνι της γειτονιάς που είχε σαπίσει από χρόνια αλλά κανείς δεν το έκοβε. Παρόλο που έπαιρνε αέρα, τα κλαδιά του ποτέ δεν έσπαγαν.
Η ιδέα να κάνω βόλτα στο λόφο πάνω απ’ το χωριό μού φάνηκε καλή για να καθαρίσει λίγο το μυαλό μου. Από παιδί ανέβαινα με τον πατέρα μου, αλλά τώρα είχα να πάω καμιά δεκαετία. Πήρα το παλιό αντιανεμικό. Δεν είχε κρύο, αλλά κάτι στη μυρωδιά του αέρα με ανάγκαζε να σταθώ λίγο πριν βγω — σαν να είχε μια ξένη ζέστη, σχεδόν μεταλλική.
Ανέβηκα το δρομάκι με τα θολά φώτα. Όλα ήταν όπως τα ήξερα, μόνο που ο ήχος των βημάτων μου μού φαινόταν πιο βαριάς απ’ ό,τι θα ‘πρεπε. Κάθε τόσο, μια ξαφνική σιωπή ξέσπαγε, σαν τα πάντα να σταματούσαν μια στιγμή και μετά να ξανάρχιζαν. Μια φορά μου φάνηκε πως το πλατάνι με τα σπασμένα κλαδιά, εκείνο που βλέπεις λίγο πριν ανέβεις στο πλάτωμα, είχε αλλάξει μεριά στον δρόμο – απλώς το προσπέρασα κι ας μην ήμουν σίγουρος αν ήμουν μπερδεμένος.
Στην κορυφή του λόφου έχει ένα μικρό εκκλησάκι. Είναι πάντα ανοιχτό, χωρίς φως, γεμάτο κεράκια που σβήνουν εδώ κι εκεί. Εκείνη τη μέρα, είχε εντελώς άλλο αέρα. Ούτε κερί δεν υπήρχε. Η πόρτα έτριξε πίσω μου, και ένα ψυχρό ρεύμα μ’ έκανε να ανατριχιάσω, παρόλο που ο καιρός ήταν γλυκός. Είχα πάρει μαζί μου το ραδιοφωνάκι – έτσι το λέμε ακόμα, αν και είναι πια σχεδόν άχρηστο – και το άνοιξα, να ’χω έναν ήχο για παρέα. Περίμενα ν’ ακούσω κάποιον σταθμό, έστω και παράσιτα, μα μόνο ένας συνεχής, χαμηλός βόμβος έβγαινε κι ένα παράξενο τρίξιμο. Έψαξα να το σβήσω, το πάτησα, τίποτα. Άφησα το ραδιόφωνο πάνω στο κατώφλι και βγήκα πάλι έξω.
Εκεί είχε πιάσει να βρέχει, αλλά μόνο πάνω από το εκκλησάκι. Βήμα παραπέρα, ξηρασία. Δεν υπερβάλλω. Η σκεπή έσταζε, μα δυο μέτρα πιο έξω ο δρόμος ήταν στεγνός σαν καλοκαίρι. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματά μου πάνω στα μάρμαρα και κάτι σαν φτερουγίσματα, μα δεν ήταν πουλί, ούτε νυχτερίδα. Ήταν πιο χαμηλά, σχεδόν στο ύψος των γονάτων μου.
Γύρισα βιαστικά να φύγω, και τότε το άκουσα. Κάποιος ανέβαινε το μονοπάτι πίσω μου, αργά, με βήμα σταθερό. Δεν φαινόταν τίποτα. Περίμενα να φανεί κεφάλι ή πλάτη στο φως, αλλά ό,τι ανέβαινε έμενε πίσω απ’ τη στροφή — κι ωστόσο το άκουγα. Ανατρίχιασα, είχα την αίσθηση ότι μόνο εγώ μπορούσα να το ακούσω, ότι ο αέρας – έξω από εκείνο το κομμάτι του λόφου – δεν έπαιρνε αυτόν τον ήχο μαζί του. Έκανα πως μπήκα ξανά στο εκκλησάκι, και μέσα ένιωθα τη δροσιά να μου σκεπάζει τα χέρια.
Προσπάθησα να μην κοιτάξω προς τα πίσω, αλλά η περιέργεια πάντα νικάει τον φόβο. Το λάθος μου ήταν που κοίταξα — καθαρά από τη γωνία του ματιού, είδα κάτι να ξεγλιστρά στη σκιά, είδα όπως όταν φεύγει μια γάτα – αθόρυβα, γρήγορα – αλλά ψηλότερο, σαν να έρπει όρθιο. Δεν υπήρχε ήχος πια, μόνο αυτό το βουητό από το ραδιόφωνο μέσα στο εκκλησάκι. Έμεινα εκεί κοκαλωμένος, δεν ξέρω πόση ώρα. Κάποτε κατάλαβα ότι είχε νυχτώσει, δεν είχα ξανά δει τόσο σκούρο ουρανό και τόσο απόλυτη ησυχία.
Όταν πια αποφάσισα να φύγω, κάθε βήμα μου αντιλαλούσε σαν να ήταν δέκα βήματα από πίσω μου. Προσπάθησα να μη γυρίσω το κεφάλι μου ούτε μία φορά. Μου φάνηκε ότι τρίζει το χώμα κάτω από τις σκιές – ήξερα ότι πατούσα μόνο εγώ, κι όμως ένιωθα άλλη παρουσία να ζυγώνει πάντα ένα βήμα μακριά, σαν φτιαγμένη από την υγρασία που είχε αρχίσει ξαφνικά να στάζει απ’ τα δέντρα της πλαγιάς. Η αυλή μου έμοιαζε απίστευτα φωτεινή και οικεία όταν την αντίκρισα ξανά, αλλά το βήχα μου – γιατί ξέχασα να το πω – δεν μ’ άφησε να ηρεμήσω όλο το βράδυ. Σαν να ’χα ρουφήξει μέσα μου κάτι ξένο, κάτι που δεν ήθελε να βγει πια.
Εδώ και μήνες, κάθε φορά που φυσάει λίγο περίεργα ή πέφτει μια σιωπή αταίριαστη, αμέσως ανασαίνω εκείνη τη βουή ξανά, νιώθω το σκοτεινό βάρος στα πόδια μου και μια σκιά στη γωνία του ματιού μου, πιο βαθιά απ’ τις άλλες. Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάκης.
