Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Η ανάσα στη σκιά του χολ

Δεν ξέρω αν το πιστεύεις, αλλά αν σου την πω ακριβώς όπως έγινε, τουλάχιστον εγώ θα έχω πει την αλήθεια μου.

Ήταν ένα βράδυ Πέμπτης, τέλη Νοέμβρη, γύρω στις έντεκα. Είχε αρχίσει να ψυχραίνει, από εκείνα τα βράδια που κάθεσαι σπίτι με κάποιον ήσυχο ραδιοφωνικό σταθμό στο βάθος και μισοξαπλώνεις στον καναπέ με ένα ποτήρι κρασί — αυτά που λες «δεν θα γίνει τίποτα απόψε». Μόνη μου ήμουν, ο άντρας μου είχε βάρδια και θα γύριζε αργά, και είχα μόλις τελειώσει με τις δουλειές της ημέρας. Ο δρόμος έξω ήταν σχεδόν άδειος. Που και που περνούσε κανένα αυτοκίνητο της γειτονιάς, έριχνε το φως του στη γρίλια και μετά πάλι σκοτάδι.

Θα μπορούσε να είναι ένα τελείως αδιάφορο βράδυ. Μόνο που – τώρα που σκέφτομαι από την αρχή – υπήρξαν μικρά σημάδια. Λάθη παραξενιάς. Την ώρα που έβαλα το πλυντήριο, ο μετρητής του νερού έκανε ένα περίεργο μεταλλικό τσίριγμα. Το φως στην αποθήκη τρεμόπαιξε ενώ έχωνα μέσα το καλάθι των άπλυτων. Και, πιο ύπουλο, ο γείτονας από πάνω – ο Μάκης, που συνήθως εκείνη την ώρα βλέπει ΤV με τη γυναίκα του και ακούγονται μέχρι έξω τα γέλια – ήταν ήσυχος, σαν να έλειπαν όλοι.

Δεν έδωσα σημασία. Πήρα το βιβλίο μου, άνοιξα ένα μισό ποτήρι αγιωργίτικο, και κάθισα με τα πόδια τεντωμένα στον καναπέ. Τα μάτια μου άρχισαν να μισοκλείνουν σχεδόν αμέσως, όταν ξαφνικά ακούστηκε κάτι. Ένα ψιλοκτύπημα — όχι δυνατό, ίσα που το πιάνει το αυτί σου — λες και κάποιος τίναξε κάτι μαλακά στον απέναντι τοίχο, μέσα από το χολ. Ήταν ένας ήχος χωρίς βιασύνη, με ρυθμό, αλλά κάθε χτύπημα λίγο πιο κοντά από το προηγούμενο.

Να, κάτι όχι τόσο έντονο όσο να τρομάξεις, αλλά αρκετά άβολο ώστε να μην το αγνοήσεις.

Έβαλα το ποτήρι μου κάτω κι έγειρα να αφουγκραστώ. Πίστεψα στην αρχή ότι έπεσε κάτι από το ράφι στο χολ — τίποτα περίεργο, με τόσα παλιοπράγματα στοιβαγμένα. Πήρα μαζί μου τη μικρή λάμπα που έχουμε, αυτή που πιάνεις από το καλώδιό της, για πιο “σπίτι παλιού τύπου” εφέ, και πήγα ήσυχα-ήσυχα προς τα εκεί.

Η πρώτη αίσθηση ήταν το ρεύμα. Ένα ελαφρύ ρεύμα – αλλά πώς, αφού όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά; Η λάμπα έριχνε έναν κιτρινωπό κώνο φωτός στους τοίχους, και ξαφνικά μου φάνηκαν πιο κοντινοί, πιο στενοί από ποτέ.

Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ξανά. Ένα «πφφ!» — σαν αναστεναγμός που περνάει ανάμεσα από δύο πολύ λεπτές χαραμάδες. Μπορεί να τρομάξω εύκολα, αλλά τότε δεν ήταν φόβος — ήταν κάτι βαθύτερο, κάτι σαν αβάσταχτη ανησυχία. Έκανα να βρω, πηγαίνοντας σιγά-σιγά, μήπως κυλάει νερό από τα παλιά υδραυλικά πίσω από τον τοίχο. Αλλά τίποτα — όλα ήταν όπως τα άφησα.

Τότε το είδα. Ένα σχήμα, αδύναμο, σαν σκιά μέσα στη σκιά, στάθηκε για κλάσμα του δευτερολέπτου απέναντι, κοντά στη γωνία που ενώνονται το χολ με το σαλονάκι πίσω από την κουρτίνα. Η λάμπα στους τοίχους τρέκλιζε καθώς προσπάθησα να ζουμάρω με το φως εκεί. Δεν ήταν άνθρωπος – ή, τουλάχιστον, δεν έμοιαζε με ανθρώπου σιλουέτα. Ήταν σαν οι σκιές να πήραν μια ακαθόριστη μορφή, πολύ λεπτή, υπερβολικά μακριά για να είναι αληθινή, και για μια ιδέα μου φάνηκε ότι κάτι γυάλιζε εκεί που θα ήταν τα μάτια. Δεν θυμάμαι καλά. Ειλικρινά. Είναι άλλο να τα λες, άλλο να τα περνάς.

Βγήκα τηλέφωνο στην κουζίνα να ανάψω όλα τα φώτα. Η σκιά χάθηκε, αλλά ο αέρας έμεινε βαρύς, σαν να κοίταζα το σπίτι μέσα από νερό. Έβγαλα απότομα το φις του πλυντηρίου – αναίτια, αλλά έτσι μου βγήκε. Δευτερόλεπτα μετά, ο ήχος ξανάρχισε, τώρα πιο δυνατός και μέσα από το σαλόνι, εκεί που είχα αφήσει ανοιχτή τη μισή τηλεόραση. Το ποτήρι με το κρασί είχε μετακινηθεί τρία-τέσσερα εκατοστά. Το είχα αφήσει αλλού.

Σκέφτηκα να βγω έξω, να φωνάξω τον γείτονα, αλλά ήξερα ότι θα μου φαινόταν ανόητο – «Έλα μέσα Μάκη, νομίζω βλέπω σκιές;» — και το πόδι μου είχε κολλήσει λες και κάποιος με κρατούσε κάτω από το γόνατο.

Η λάμπα τρεμόσβηνε, το φως ασθενικό, και για λίγες στιγμές είχε μια αίσθηση μέσα στο σπίτι σα να είχε σταματήσει κάθε θόρυβος – ούτε τηλέφωνα, ούτε εξωτερικό δρόμο, ούτε καν το ψυγείο. Τίποτα. Και εκεί, στη σιωπή αυτή, ήρθε πάλι εκείνο το «πφφ», αλλά όχι πια μακριά — δίπλα μου, πίσω ακριβώς από το κουμπωμένο φούτερ μου. Ήταν μια πνοή, σχεδόν ζεστή, να διαπερνά τον αυχένα μου.

Γύρισα απότομα. Δε βρήκα τίποτα, αλλά, για μια στιγμή, ο καθρέφτης του σαλονιού είχε ένα θαμπάδα στο γυαλί λες και κάποιος μόλις είχε φυσήξει πάνω του, και είχαν απομείνει δύο δαχτυλιές υγρασίας.

Για ώρα – δεν ξέρω πόση – στάθηκα εκεί, με τη λάμπα σφιγμένη στα χέρια, ακούγοντας αν θα επαναληφθεί το παραμικρό. Δεν ήρθε άλλος ήχος. Μα, μετά, σταδιακά, τα φώτα άρχισαν να δυναμώνουν, ο δρόμος να ακούγεται πάλι, ακόμα ένα-δύο γέλια από απέναντι. Σαν να ξετυλιγόταν μια ταινία που είχε πατήσει παύση. Μάζεψα το ποτήρι, μάζεψα τα πράγματά μου, έσβησα τα φώτα προσεκτικά, και χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα, κοιτώντας τον καθρέφτη απέναντι απ’ το κρεβάτι.

Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως, από εκείνο το βράδυ, όποτε περνάω μπροστά από εκείνο το σημείο στο χολ, ανάβω αυτόματα το φως, ακόμα και μέρα μεσημέρι. Δεν νιώθω πια πως είμαι ολομόναχη στο σπίτι όταν βραδιάζει. Και, όταν κάνει ρεύμα, καρφώνομαι ασυναίσθητα, ψάχνοντας μια λεπτή σκιά που δεν πρέπει να έχει σχήμα.

Αυτή την ιστορία μου την έστειλε η Σοφία.

You might also like