Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Τρομακτικές Ιστορίες – Εκείνη η νύχτα στην παλιά πολυκατοικία

Εκείνη ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες, τουλάχιστον έτσι ξεκίνησε. Έφυγα από τη δουλειά λίγο αργά, τα φώτα της πόλης άναβαν σιγά σιγά, ο δρόμος ήταν ήσυχος, και έκανε αυτό το κρύο που νιώθεις να τρυπάει τα κόκαλα. Έβαλα τα χέρια βαθιά στις τσέπες και κατηφόρισα, βιαστικός και κουρασμένος—καμιά φορά νομίζω πως περπατάω από συνήθεια, σχεδόν μηχανικά.

Μένω σε μια πολυκατοικία που ‘χει τα χρόνια της· είσαι μέσα και ακούς τα πάντα—πλάκες να τρίζουν, παράθυρα να χτυπάνε αν φυσάει λιγάκι, τον ανελκυστήρα που τρίζει σα να κουβαλάει φάντασμα. Εκείνη η μέρα όμως… δεν ξέρω, κάτι είχε, απ’ την αρχή μου γαργαλούσε το ένστικτο. Μπήκα στην είσοδο, η λάμπα απέξω τρεμόπαιζε, κάτι σκασμένο γράμμα πεταμένο στην κορυφή των σκαλιών. Προχώρησα, αλλά ο ήχος των βημάτων μου ακουγόταν πιο βαρύς—σαν να μην ήταν μόνο τα δικά μου.

Άφησα τα κλειδιά στο τραπεζάκι, κι όπως πάντα, πήγα να βάλω κάτι να φάω. Οι κουβέντες της ημέρας ακόμα βουίζαν στο κεφάλι μου, αλλά μετά από λίγη ώρα τα πάντα άρχισαν να σβήνουν κι έμεινε μόνο μια παράξενη αίσθηση σιωπής, σχεδόν σαν κενό. Μερικές φορές, όταν μένεις μόνος σου για καιρό, μαθαίνεις να προσέχεις κάθε ήχο—ένα τρίξιμο, ένα βήξιμο από το διπλανό διαμέρισμα, τον γείτονα να σέρνει καρέκλα. Εκείνο το βράδυ όμως, δεν άκουγα τίποτα από αυτά· μόνο μια μουγγή, πηχτή ησυχία, σαν η πολυκατοικία να κράταγε την ανάσα της.

Κάποια στιγμή, γύρω στις δέκα, πήγα να τσεκάρω την πόρτα. Δεν ξέρω γιατί—ίσως να φταίει εκείνη η αίσθηση στο στήθος, αυτή που σε πιάνει άμα νιώθεις πως κάτι παραμονεύει. Η πόρτα ήταν ασφαλισμένη, κλειδαριά και αλυσίδα στη θέση τους. Και κάπως έτσι, όσο ήμουν ακουμπισμένος εκεί, άκουσα έναν θόρυβο από τον διάδρομο, έξω απ’ το διαμέρισμα. Ήταν σαν άγγιγμα—ένα δάχτυλο που τραβούσε σιγά σιγά στο μήκος της ξύλινης πόρτας. Πάγωσα—τα μάτια στα καρφωμένα στη σκοτεινή χαραμάδα κάτω απ’ την πόρτα. Κάτι γδαρσίματα… απαλά, επίμονα.

Έκανα να ρίξω μια ματιά απ’ το ματάκι, μα, δεν έβλεπα τίποτα. Ο διάδρομος σκοτεινός, άδειος—εκτός από μια χαμηλή, παράξενη σκιά δίπλα στις σκάλες. Περίεργο ήταν, γιατί το φως στον όροφο μου διαλυόταν κάθε τόσο—συνήθως έβλεπες καθαρά εκεί μπροστά, τώρα όμως κάτι μπλόκαρε το φως· στεκόταν ακίνητο.

Έκανα πίσω. Προσπάθησα να ασχοληθώ με οτιδήποτε, ζόρισα τον εαυτό μου να τα δικαιολογήσει όλα. “Η φαντασία μου,” σκέφτηκα. “Η κούραση.” Έκανα ένα μπάνιο, κάθισα στον καναπέ να δω τηλεόραση—τίποτα. Τα πάντα ακίνητα, μα και το ίδιο το σπίτι μου φαινόταν ξαφνικά ξένο. Ένιωθα σαν να παρακολουθούνταν κάθε μου κίνηση.

Γύρω στα μεσάνυχτα πια, όταν άρχισα να κοιμάμαι σχεδόν από ανάγκη, σηκώθηκα να σβήσω τα φώτα. Εκείνη τη στιγμή, άκουσα πάλι τον ίδιο ήχο—το ξυστάκι στην πόρτα. Αυτή τη φορά, σαν κάτι να σέρνεται, πιο αργά, πιο κοντά. Έβαλα το αυτί μου δίπλα στο ξύλο, κράτησα την ανάσα μου. Ήταν σχεδόν σαν ανάσα που έμοιαζε με δική μου, μόνο που ήταν πιο βαριά, αγχωμένη.

Δεν ξέρω αν πέρασαν λεπτά ή ώρες εκεί έτσι. Κάποια στιγμή ο ήχος σταμάτησε. Επέστρεψε η σιωπή, αυτή η βαριά, φορτωμένη που νιώθεις στις εκκλησίες όταν σβήνουν τα καντήλια. Πήγα να τραβήξω το παραθυρόφυλλο στην κουζίνα, να δώσω αέρα στο σπίτι, και τότε πρόσεξα. Στο τζάμι φαινόταν η αντανάκλαση της πόρτας, και για ένα δευτερόλεπτο—ίσως λιγότερο—νόμισα πως είδα ένα πρόσωπο να σκύβει προς τα μέσα, να παρατηρεί, σαν να ήξερε ότι κοιτούσα.

Έμεινα εκεί, με τη λαβή στην παγωμένη παλάμη. Τα φώτα στο σπίτι φαινόντουσαν πιο αδύναμα, σαν να χαμήλωσαν ξαφνικά. Άρχισα να βλέπω—η πόρτα, τα ντουλάπια, όλα πήραν μια χροιά αλλόκοτη. Δεν ακούστηκε τίποτα πια, αλλά ένιωθα την παρουσία. Κάτι που δεν ήταν δικό μου, κάτι ξένο, αθέατο, πεινασμένο.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κάθισα σιωπηλός, άγρυπνος, με τα φώτα αναμμένα και τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές. Το ξημέρωμα με βρήκε να κοιτάζω το ρολόι, αμίλητος.

Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μανώλης.

You might also like