Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Τρομακτικές Ιστορίες – Εκείνη η Μέρα που Κάτι Είχε Ήδη Μπει στο Σπίτι

εκείνη η μέρα, τίποτα δεν προμήνυε το παραμικρό. Έφυγα από το σπίτι μου όπως κάθε πρωί, πήρα το λεωφορείο των 7:10, κάθισα στο παράθυρο, δίπλα σε μια κυρία που κρατούσε μια πελώρια τσάντα με ψώνια. Έξω το φως ήταν ακόμα θαμπό, ξημέρωμα Οκτώβρη, κάπου λίγο μετά τη βροχή – ακόμα έμοιαζε το τζάμι θολό από υγρασία.

​Συνήθως με τέτοιες μέρες δεν έχω περαστικούς στο μυαλό μου. Όλα μοιάζουν καλά, βαρετά, φυσιολογικά. Μόνο που, εκείνο το απόγευμα, γυρίζοντας, ήταν σαν κάτι να είχε μετατοπιστεί ελάχιστα, αλλά αρκετά για να το νιώθεις στο δέρμα.

Γύρισα σπίτι κατά τις οκτώμισι. Στο κουδούνισμα, ο ήχος αντιλάλησε λίγο πιο μακρόσυρτα στη σκάλα. Σκέφτηκα πως πάλι θα είχε χαλάσει το φως του κοινόχρηστου και όλο η λάμπα εκεί στο τρίτο πάτωμα αναβοσβήνει. Σηκώθηκα να φτιάξω καφέ, μηχανικά. Εκεί ήταν το πρώτο παράξενο: Το κουτί με τον στιγμιαίο — που πάντα το έχω στριμωγμένο δίπλα στη ζάχαρη — ήταν ανοιχτό και χυμένο στο πάγκο. Δεν θυμόμουν να το είχα αφήσει έτσι το πρωί. Δεν έλειπε τίποτα, απλώς ήταν όλα όπως έπρεπε, εκτός από κάτι στην ατμόσφαιρα. Μια μυρωδιά παλιά, μη αναγνωρίσιμη, σαν νοτισμένο χαρτόνι.

Σκέφτηκα πως ίσως με επισκέφτηκε ο αδερφός μου για να γυρίσει το δισκάκι που είχαμε μοιραστεί – συνήθειο παλιό – αλλά γρήγορα το απέκλεισα: εκείνο το δισκάκι ήταν ακόμη στη δική μου θήκη, ξεχασμένο δίπλα στο ράφι. Με ανακούφισε λίγο, συγκράτησα όμως στη μνήμη αυτή τη λεπτομέρεια.

Κάτι ήθελα να κάνω στον υπολογιστή, πέντε λεπτά υπόθεση. Κάθισα στον καναπέ με το λάπτοπ, έσβησα τα φώτα για ν’ ανάψω το μικρό πορτατίφ, φώτιζε μόλις την άκρη του πληκτρολογίου και λίγο το χαλί. Εκείνη την ώρα, από το εσωτερικό της σιωπής, ακούστηκε μια ελαφριά τρίξιμο — σαν να πατιέται ένα πάτωμα σε διπλανό διαμέρισμα. Το αγνόησα, το σπίτι έχει άλλους πέντε νοικάρηδες, κάποιος μπορεί να ξεχάστηκε να κλείσει παράθυρο. Και όμως, μετά, ακούστηκε μια δεύτερη φορά, πιο κοντά αυτή τη φορά, εκεί από όπου ξεκινά ο διάδρομος για το μπάνιο. Το σπίτι μου είναι μικρό, ξέρω κάθε ήχο απέξω κι ανακατωτά. Αυτός δεν ταίριαζε. Ένας γρήγορος χτύπος, σα να σύρεται κάτι, ύστερα πάλι παύση.

​Ανατρίχιασα μηχανικά, αν και πάλευα να το αιτιολογήσω. Ίσως οι σωλήνες… Ναι, έτσι, έπεισα λίγο τον εαυτό μου.

Όταν πήγα να βάλω ένα ποτήρι νερό, είδα ξάφνου πως το τρίτο φλυτζάνι του καφέ στο ντουλάπι είχε μετακινηθεί, έλειπε από τη γραμμή τους. Το βρήκα δίπλα στο νεροχύτη, άπλυτο. Δεν το ‘χα χρησιμοποιήσει ούτε εγώ εκείνη τη μέρα, ούτε κανή. Πέρασε απ’ το νου μου μια σκέψη παράλογη, σχεδόν παιδική: μήπως κάποιος ήταν σπίτι όσο έλειπα; Αλλά τα πάντα ήταν ασφαλισμένα, όλα όπως τα άφησα. Άφησα το φλυτζάνι εκεί και γύρισα στον καναπέ, προσπαθώντας να το ξεχάσω.

Μετά, έπεσε το σκοτάδι πιο βαρύ. Είχε κοπεί το ρεύμα στον όροφο ή τουλάχιστον έτσι είπε ο διακόπτης και το ψυγείο που είχε σταματήσει να κάνει εκείνο το σταθερό ρυθμικό βουητό του. Έμεινα στα σκοτεινά για λίγο, προσπαθούσα να ακούσω αν οι γείτονες φώναζαν ή αν, τέλος πάντων, κάποιος είχε βγει στο διάδρομο. Τίποτα, ούτε κραυγή ούτε βήματα ούτε γέλιο. Από πίσω, η πολυκατοικία βουβή.

Ένα δεύτερο πράγμα με ανησύχησε: τα τζάμια στα παράθυρα είχαν μια ελαφριά δόνηση, σα να χτυπούσε απαλά ο αέρας, αλλά ο αέρας δεν φαινόταν να φυσάει — τα δέντρα από κάτω ήταν ακίνητα, και τα φύλλα στις γλάστρες δεν σάλευαν. Μόνο αυτό το περίεργο, χαμηλό, τακτικό σφύριγμα. Σαν κάποιος να ανασαίνει βαριά, στον ίδιο ρυθμό, όσο κοντά μένεις στην ανάσα. Έσφιξα τα πόδια μου στο πάτωμα, προσπάθησα να ανασάνω ήσυχα και να μη γίνει αντιληπτή η παρουσία μου μέσα στο δωμάτιο.

​Ακούστηκε ξανά εκείνο το τρίξιμο, λίγο πιο δυνατό, ύστερα ένα απότομο «τακ», σαν κάποιο αντικείμενο να έπεσε στο πάτωμα αργά, με το βάρος του. Πλησίασα με αργά βήματα στο διάδρομο, άναψα το φως του κινητού χωρίς θάρρος. Ο διάδρομος φαινόταν σκοτεινός, το φως έκοβε μόνο τα ασαφή περιγράμματα των πραγμάτων, μια λάμπα, το μισάνοικτο παλτό μου στην κρεμάστρα. Έφτασα ως την πόρτα του μπάνιου, την άγγιξα με δισταγμό. Ήταν κλειστή, μα αισθανόμουν πίσω της μια ζεστασιά αφύσικη για το βράδυ.

Άνοιξα αργά. Η τουαλέτα, φυσικά, άδεια. Ο μόνος ήχος, το σταγόνα-σταγόνα από τη βρύση στο νιπτήρα, τρεις σταγόνες και σταματούσε. Στην αντανάκλαση του καθρέφτη, όμως, για μια στιγμή, φάνηκε σαν πίσω μου να κινούνται σκιές – δύο μαύρα σημάδια που διέσχισαν το χώρο αργά, μετά έσβησαν μες στη γωνία. Γύρισα απότομα, τίποτα. Μπήκα στο μπάνιο, μείνωτε για μια ανάσα, κοιτώντας τον καθρέφτη – προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως ήταν το φως του κινητού, τίποτα περισσότερο.

Γύρισα πάλι στο σαλόνι. Εκεί ήρθε το τελευταίο, που ακόμα το σκέφτομαι τα βράδια.

Εκεί, κάτω από το τραπέζι του καφέ, είχε μαζευτεί ένα μικρό, βρώμικο χαρτάκι – κομμάτι από απόδειξη, που δεν αναγνώρισα. Το σήκωσα: πάνω του, με μαρκαδόρο, έγραφε «είσαι εδώ». Δεν ήταν ο γραφικός μου χαρακτήρας, δεν ήταν του αδερφού μου. Το χαρτάκι έμοιαζε παλιό, σχεδόν ξασπρισμένο σαν να ξεχάστηκε για χρόνια σ’ ένα συρτάρι. Το άφησα αμέσως κάτω, και στάθηκα για ένα λεπτό με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, ακούγοντας ξανά εκείνο το σφύριγμα πίσω από τα τζάμια – κοντινότερα, επιταχυνόμενο.

Δεν ξέρω τι ήταν, ούτε θέλω να θυμάμαι ακριβώς εκείνη τη νύχτα. Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Σταμάτης.

You might also like