Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδικήσης – Πώς ο Στέφανος γκρέμισε αθόρυβα την εξουσία της Μάγδας στη δουλειά

Ξέρεις, δεν το γράφω το όνομά της εύκολα, ούτε εύκολα μιλάω γιαυτό, γιατί δεν είναι από τα θέματα που σ’αρέσει να λες σε φίλους στο καφενείο, να γελάτε όλοι μαζί. Είναι κάτι που σε τρώει από μέσα, κι αν τυχόν σ’το πω, θα μου πεις “έλα μωρέ, μικροπράγματα, να χαίρεσαι που γλίτωσες”. Για μένα όμως δεν ήταν ούτε μικρό ούτε εύκολο.

Η ιστορία ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη, πίσω στο 2016. Ανέβαινα για δουλειά στη νέα γραμματεία μιας μεγάλης εταιρείας, νωρίς τριάντα κάτι, ακόμα έφερνα βόλτες ανάμεσα στη σχολή και τις πρώτες δουλειές. Μπήκα αγχωμένος κι έπεσα κατευθείαν πάνω στη Μάγδα. Τρομερή εξωτερική εμφάνιση, άνεση στις κινήσεις της, φωνή λίγο μπάσα, μ’ένα βλέμμα πάντα έτοιμο να σε ντοπάρει ή να σε ξεγυμνώσει. Από την πρώτη βδομάδα κατάλαβα ότι στην εταιρεία την άκουγαν όλοι. Ό,τι έλεγε, γινόταν, κι ας ήταν απλώς προϊσταμένη μας.

Η Μάγδα είχε την τέχνη να λέει “ενδιαφέρομαι για σένα”, χωρίς ποτέ να σε βοηθά όταν χρειαστεί. Αντίθετα, μια φορά την είδα να πιάνει το αφεντικό, δήθεν ότι εγώ τάχα δήλωσα άρρωστος για να γλιτώσω μια παρουσίαση. Δεν το’χα κάνει· εκείνη είχε στήσει το ψέμα. Τότε το κατάπια – για να μην ταραχτεί το κλίμα κι εγώ να κρατήσω δουλειά, έριξα το φταίξιμο πάνω μου…

Με τον καιρό έγιναν και χειρότερα. Η Μάγδα έβλεπε ότι πάει καλά το project που είχα αναλάβει με τον Νώντα, κι άρχισε να παίρνει τα φώτα πάνω της: έκλεινε συναντήσεις χωρίς να μας λέει, έστελνε reports με το όνομά της πάνω από το δικό μας, και άφηνε δεξιά-αριστερά υπονοούμενα πως οτιδήποτε είχε γίνει, έγινε “χάρη στη σωστή ηγεσία της”. Οι δικοί μου άνθρωποι έξω από τη δουλειά έβλεπαν πως έχω κλείσει, πως δε μιλάω όπως παλιά, πως γυρνάω σπίτι με τα φτερά κομμένα.

Δεν είπα τίποτα στον Νώντα για την προδοσία – τον εμπιστευόμουν, αλλά, αλήθεια, ντρεπόμουν. Κι όλα αυτά τα κράταγα, βδομάδες και μήνες. Το πήγαινα μέρα τη μέρα, ενώ μέσα μου φούσκωναν τα πράγματα: όχι οργή, αλλά εκείνο το πικρό αίσθημα όταν βλέπεις να σου τρώνε το ψωμί σου μπροστά στα μάτια σου, και εσύ σωπαίνεις.

Γύρω στον Ιούνη, έγινε το μεγάλο: ανακοινώθηκε μπόνους για το τμήμα μας, της τάξης των χιλίων ευρώ. Στην τελική συνάντηση, μπροστά στον γενικό, η Μάγδα δεν είπε ούτε ένα όνομα από την ομάδα. Μόνο τον εαυτό της εκθείασε. Εκείνη τη στιγμή το αποφάσισα. Δεν ήθελα φασαρίες, ούτε να της πετάξω καρφί μπροστά στα αφεντικά. Ήθελα να νιώσει τη μοναξιά και το κενό που μου είχε προσφέρει όλο αυτόν τον καιρό.

Εγώ τότε, μόλις είχα τελειώσει ένα λογαριασμό προβολής, όπου διαχειριζόμουν τα εταιρικά newsletter. Είχα πρόσβαση στη λίστα ενημέρωσης και ήξερα καλά ποιος μοιράζεται τι, ποιος παρακολουθεί meetings, ποια reports πάνε πού. Δεν χρησιμοποίησα ποτέ τίποτα παράνομα – ούτε έβαλα το χέρι μου εκεί που δεν έπρεπε. Απλώς, σιγά-σιγά, άρχισα να δίνω στους συναδέλφους όλα όσα ήξερα, τα αρχεία, τα παλιά projects, τις οδηγίες, ό,τι μπορούσαν να αξιοποιήσουν μόνοι τους χωρίς να χρειάζονται τη διαμεσολάβηση της Μάγδας. Δεν έκανα τίποτα άλλο εκτός απ’το να διαμοιράζω τη γνώση, ώστε να μη φανεί πουθενά κάποιο “μεγάλο μυστικό” ή σκανδαλιά.

Από την άλλη, πότε αργούσα να παραδώσω κάτι στη Μάγδα, πότε ξεχνούσα να την ενημερώσω – ό,τι έκανε εκείνη σε εμάς, το γύρναγα πίσω, με τρόπους ήσυχους, σχεδόν διαφανείς. Επίτηδες δεν ήμουν διαθέσιμος, δεν εύρισκε ποτέ τα σωστά αρχεία στο σωστό σημείο, και όταν στα meetings έμπαινε ερώτηση για τα άλλα τμήματα, σήκωνα πρώτος το χέρι κι έλεγα τι κάναμε ως ομάδα – ποτέ ως “με πρωτοβουλία της Μάγδας”. Οι άλλοι, σιγά-σιγά, πήραν δύναμη, άρχισαν να διεκδικούν πιο πολύ φανερά. Κι εκείνη, όσο και να προσπαθούσε να ελέγξει το αφήγημα, ένιωθε πως της φεύγει το χαλί.

Η τελευταία πράξη έγινε στο ετήσιο δείπνο της εταιρείας, μπροστά σε δεκάδες συναδέλφους. Ήταν η βράβευση ομάδων για καινοτομία. Στο τραπέζι η Μάγδα ήδη είχε οργανώσει να καθίσει μπροστά-μπροστά, τους υπόλοιπους πιο πίσω. Το αφεντικό σηκώθηκε και είπε: “Θέλω να βραβεύσω ειδικά το τμήμα για τη φετινή του πρόοδο, και ειδικά τον Στέφανο που συντόνισε τόσο αρμονικά όλη την ομάδα.” Ούτε καν αναφορά στη Μάγδα – γιατί, εντωμεταξύ, όλοι είδαν να συντονίζουμε πραγματικά μεταξύ μας, χωρίς “μεσάζοντες”. Εκείνη πάγωσε, χαμογέλασε με τα χείλη, δεν άρθρωσε λέξη. Εκείνο το βράδυ, αντί να γυρίσει δοξασμένη, γύρισε σπίτι μόνη της, έχοντας δει όλους τους γύρω να χειροκροτούν αυτό που τόσο καιρό πάσχισε να υπονομεύσει.

Μετά από κείνη τη βραδιά, τίποτα δεν ειπώθηκε φανερά μεταξύ μας. Ούτε κουβέντα, ούτε “κακία”. Απλώς, όταν κάποιος επιχειρεί να σε φάει σιγανά, τελικά τον τρώνε και μόνοι τους οι σκιές που αφήνει πίσω του.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Στέφανος.

You might also like