Ιστορίες Εκδικήσης – Ο σιωπηλός κόμπος του Πάνου στον Γιάννη
Ξεκινάω να τα θυμάμαι όλα απλά, σχεδόν συνηθισμένα, σαν να μιλάω σε παρέα βραδάκι με κρασάκι στο μπαλκόνι. Εκεί που πας να χαλαρώσεις και ξαφνικά κάτι μέσα σου γυρίζει και βγαίνουνε οι πληγές, τα απωθημένα. Λοιπόν, το δικό μου έχει να κάνει με τον Γιάννη, παλιό φίλο και συνάδελφο. Ένα παιδί που τον ήξερα από παλιά—σαν αδέρφια ήμασταν, μεγάλοι, με τις πλάκες μας, τα έξοδά μας, τα μεθύσια και τις εξομολογήσεις. Λέγαμε “δεν υπάρχει περίπτωση να σπάσει αυτή η φιλία”, ώσπου ήρθε η δουλειά και άλλαξε το πράγμα.
Εργαζόμουν στην ίδια εταιρεία κοντά στα τέσσερα χρόνια στη Νέα Ιωνία, Aθήνα, κάπου στα 2018. Εγώ ήμουν τυπικός, νοικοκύρης στη δουλειά, πάντα να βοηθάω και να σκεπάζω λάθη των άλλων. Ο Γιάννης είχε κάτι έξυπνο, ήξερε να κερδίζει τους ανθρώπους, να σε κάνει να τον συμπαθείς. Αυτό όμως έχει πάντα μία σκιά—κάτι που μόνο όταν τη φας κατακέφαλα, το συνειδητοποιείς.
Είχαμε ρίξει δουλειά πολλή σ’ ένα project, κι όταν λέω πολλή, εννοώ ξενύχτια, συσκέψεις, μήνες που έτρεχα κι ο Γιάννης ήταν συνέχεια δίπλα μου, “ό,τι χρειαστείς, αδερφέ”. Πάει το project, πετυχαίνει, μεγάλη διάκριση στην εταιρεία, ανεβαίνουν τα νούμερά μας, και όλοι ελπίζαμε για μια προαγωγή, κυρίως εγώ κι αυτός. Εκεί, λοιπόν, έγινε το κουσούρι.
Έναν μήνα μετά τις διακοπές, μαθαίνω πως υπάρχει μια θέση για υπεύθυνο τμήματος, εκεί που είχαμε δουλέψει. Έγραψε η προϊσταμένη πως αξίζει να την πάρει κάποιος που πάλεψε για το project, και μέσα μου, λέω, “δεν μπορεί να πάει αλλού, μόνο σ’εμένα ή στον Γιάννη”. Και μια μέρα γυρίζω να μάθω αν κατέθεσε κανένας αίτηση, κι εκεί μου τη φέρνει αναπάντεχα: ο Γιάννης είχε ήδη μιλήσει στα κρυφά με την διεύθυνση, είχε φουσκώσει το βιογραφικό του με πράγματα που έχουμε κάνει μαζί, και, όπως έμαθα μετά, είχε παραλείψει εντελώς το όνομά μου από τα credits του project.
Πόνεσα, παιδιά. Με τσάκισε χωρίς να το περιμένω. Ούτε μίλησε—ήρθε το email πως πήρε τη θέση και το έμαθα μαζί με όλους. Και, για να το αποτελειώσει, άρχισε να το παίζει “καινούριος υπεύθυνος”, να μου δίνει εντολές και να μιλάει σα να ήμουν παιδάκι της πιάτσας που ανακατεύτηκε στα πόδια του Άρχοντα.
Όλοι με ρωτούσαν τι έγινε, αν ήταν δίκαιο, αν τα ξέραμε κι αν ήξερα κι εγώ να παίζω το “παιχνίδι”. Δεν αντέδρασα. Από εκείνη τη στιγμή, έβαλα μέσα μου το θέμα σε μία κρυφή γωνιά—ούτε να το πω, ούτε να γκρινιάξω, ούτε καν να τσακωθούμε. Απλά το έθαψα – φαινομενικά.
Για μήνες δεν άλλαξα τίποτα. Συνέχισα να δουλεύω, σα να μην έγινε τίποτα. Χαμογέλαγα, του έλεγα “τ’αφεντικό τώρα, εσύ”, έκανα πλάκες. Όλοι με ρωτούσαν τι νιώθω. Εγώ γελούσα, “ούτε γάτα, ούτε ζημιά”.
Αλλά μέσα μου δούλευε πονηρά το σχέδιο. Κοίταζα τη σιγουριά του—γινόταν όλο και αλαζόνας, το ‘ριξε στο χαβαλέ με τα υπόλοιπα παιδιά, άρχισε να δίνει δουλειές, να ζητάει παραπάνω, και κάποια στιγμή, άρχισε να γίνεται αδιάφορος. Την ίδια ώρα, πολλοί νέοι στην ομάδα ζορίζονταν, πήγαιναν αδιάβαστοι, έκαναν λάθη. Έστρεψε εμένα για να καλύψω φουλ τις βάρδιες, σα να ‘μουν αφανής ήρωας. Δεν με χάλαγε, αλλά σκεφτόμουν: “Γιάννη, ήρθε η ώρα.”
Άρχισα να μαζεύω σιωπηλά αποδείξεις, σεμνά και ταπεινά. Κρατούσα όλα τα mail, όλες τις συζητήσεις, κάθε ευκαιρία που μου έδινε οδηγίες για κάτι, κι ύστερα ο ίδιος το ξέχναγε ή τα παρατούσε μισά. Συσσωρεύονταν στο φάκελο μου με τίτλο “Αν ποτέ φτάσουμε εκεί…”. Φρόντιζα να βοηθάω σιωπηλά όποιον είχε πρόβλημα, να λύνω προβλήματα άλλων, και μετά, αργά-αργά, άφηνα ίχνη, όχι εμφανή—κάθε μέρα, ένα μικρό “δώρο” στη διεύθυνση: μια υπενθύμιση για λάθη στη διαχείριση, μια σημείωση τρόπου που δεν προστάτεψε την ομάδα, ένα μικρό σχόλιο στις συσκέψεις τύπου “προσπαθήσαμε αυτό που μας πρότεινε ο Γιάννης, αλλά…”.
Βλέπετε, δεν ήθελα εκδίκηση που να μοιάζει βεντέτα, ήθελα ο ίδιος να αποκαλυφθεί μπροστά σε όλους. Εγώ να συνεχίζω ήσυχος, να κάνω τη δουλειά μου, κι εκείνος ας αφήσει τον εαυτό του να γλιστρήσει στη δική του αδιαφορία. Όσο και να ωρυόμουν ή να τσακωνόμουν, τίποτα δεν θα άλλαζε. Το μυστικό ήταν η σιωπή. Η υπομονή.
Λίγους μήνες μετά, άρχισαν τα τηλεφωνήματα για τα λαθάκια στο τμήμα του. Οι παραγγελίες χανόντουσαν, τα budget δεν έκλειναν. Η διεύθυνση φώναζε σε κάτι καθημερινά meetings κι εκείνος προσπαθούσε να δείξει ότι “όλα καλά”, να μεταφέρει ευθύνες αλλού. Ούτε μία φορά δεν πήρα κι εγώ θέση εναντίον του. Πάντα ένας θετικός, με μάτια στραμμένα στη δουλειά. Δεν άργησε, μια Παρασκευή μεσημέρι, λίγο πριν φύγω, να έρθει το email:
“Γιάννη, σε καλώ για συνάντηση μαζί με τη διοίκηση.” Τη Δευτέρα λείπει. Τρίτη εμφανίζεται σοβαρός, αμίλητος. Μέχρι το τέλος της εβδομάδας, έχει πάρει άδεια και δεν ξαναγυρίζει ποτέ με την ιδιότητα του υπεύθυνου. Δεν είπε κανείς τι και πώς. Μόνο που στα διαλλείματα, ούτε που τον ανέφερε κανείς, σαν να μην έτυχε ποτέ.
Ένα πρωί έξω από τον σταθμό, κάτσαμε μαζί για έναν καφέ. Με κοίταξε, κάπως σβησμένος, και τόλμησε να πει μόνο ένα “Τα ξέρεις, ε;”. Δεν απάντησα. Μόνο χαμογέλασα, το πιο ήσυχο χαμόγελο της ζωής μου.
Δεν ξέρω αν ήταν δικαίωση ή πικρή ικανοποίηση. Ξέρω όμως ότι αυτόν τον κόμπο που φτιάχνεις μέσα σου, αν τον αφήσεις να ωριμάσει σωστά, μετά γίνεται φιόγκος κι ούτε σε βαραίνει πια.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Πάνος.
