Ιστορίες Εκδικήσης – Ο Μπάμπης, η Βίκυ και η σιωπηλή δικαίωση
Ξέρεις, υπάρχει ένα μικρό περιστατικό που πάντα σέρνω μαζί μου, λες και έγινε χτες, ενώ έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ, όχι γιατί ήταν τραγικό, αλλά επειδή ήταν το πρώτο μάθημα που πήρα για το πώς στο πιο ήσυχο περιβάλλον μπορεί να σε φάνε οι… δικοί σου άνθρωποι.
Ήμουνα στα 27 μου, σ’ ένα παλιό ωραίο μεζεδοπωλείο στου Ψυρρή, εργοδότης μου η Βίκυ. Λοιπόν, να δεις, εγώ ανέκαθεν έκανα αυτό που μου είπε ο πατέρας μου: “Κάνε τη δουλειά σου όσο καλύτερα μπορείς, και οι υπόλοιποι ας λένε ό,τι θέλουν.” Εκείνα τα χρόνια ήμουνα αυτό το καλό παιδί που δε δημιουργεί φασαρίες.
Η Βίκυ ήξερε να παίζει τους ανθρώπους. Συμπαθητική στην αρχή, χαμόγελα, αστειάκια, “ό,τι χρειαστείς, σε μένα θα απευθύνεσαι”, και τάχα πολλά “σε εμπιστεύομαι γιατί είσαι ειλικρινής”. Όταν ξεκίνησα, με είχε σαν το καλό της παιδί, το πρώτο που θα έπαιρνε πρωινό, το τελευταίο που θα έκλεινε το μαγαζί. Καιρό-καιρό, τη βοηθούσα και με τα λογιστικά – κάτι παραπάνω από τα συνηθισμένα, χωρίς παράπονο, γιατί πίστευα ότι έτσι δείχνεις χαρακτήρα.
Όλα μέχρι που ήρθε η μέρα κι έσκασε ένα μπέρδεμα με τα τιμολόγια. Έλειπαν κάτι αποδείξεις, και ξαφνικά βρέθηκα εγώ απέναντι σε όλους, λες και ήμουνα ο κλέφτης. Η Βίκυ έβαλε γρήγορα τη μάσκα του θύματος – ψεύτικη συγκίνηση μπροστά σε όλους, “δεν μπορώ να το πιστέψω, από σένα” και τα συναφή. Το μαγαζί είχε γεμίσει ψιθύρους, κάτι μισόλογα πίσω απ’ την πλάτη μου, και μέσα σε τρεις μέρες, βγήκα εγώ ο βολικός φταίχτης.
Εγώ βέβαια δεν ήξερα τίποτα – το μόνο λάθος μου ήταν πως της είχα τυφλή εμπιστοσύνη, και, όπως αργότερα έμαθα, τα παραπάνω χαρτιά τα είχε μαζέψει η ίδια, κι άφηνε εμένα να κρεμαστώ, μόνο και μόνο για να μην πέσει λόγος στην εφορία για τις δικές της λαδιές. Θυμάμαι ακόμη πώς με απέλυσε – ψύχραιμα, στον τέταρτο καφέ της ημέρας, με κάτι ψεύτικα συγγνώμη κι ένα βλέμμα σχεδόν λυπημένο. Σκεφτόμουνα, εκείνη τη στιγμή, να φωνάξω, να τα κάνω λίμπα, αλλά κατάπινα. Μόνο ένα “εντάξει” είπα, και μάζεψα τα πράγματά μου.
Δεν θα σου πω ψέματα – το έφαγα. Για μήνες μετά, έβλεπα γνωστούς απ’ τη δουλειά στον δρόμο, και γυρνούσαν το κεφάλι τους. Κανείς δεν πήρε τηλέφωνο, κανείς δεν ρώτησε τι είχε συμβεί. Κι εγώ, να μαζεύω βιογραφικά και να δέχομαι νύξεις πως “κάποια μπλεξίματα είχες εσύ μ’ αποδείξεις και λεφτά”. Και κάθε φορά που πέρναγα έξω απ’ το μαγαζί της, ήθελα να μπω να φωνάξω, να τους τα πετάξω όλα στη μούρη. Ορκίστηκα όμως πως θα περιμένω.
Βρήκα τελικά αλλού δουλειά, σε ένα σύγχρονο καφέ στου Γκύζη, κι άρχισα πάλι να στήνω λίγο τη ζωή μου απ’ την αρχή. Όμως έμαθα κάτι σημαντικό˙ ότι το παρελθόν μάς κυνηγάει. Κι όπως ήρθε ένα βράδυ εκεί μετά από χρόνια αυτός ο ανιψιός της Βίκυς –νεαρό παιδί τότε στο μαγαζί–, έχοντας αφήσει κι αυτός πια το ωραίο τους μεζεδοπωλείο, μου πέταξε δύο κουβέντες που μου κόλλησαν στο μυαλό: “Κρίμα που δεν είχες φίλους εκεί, τα ‘χω δει όλα τα χρόνια αυτά. Τίποτα δεν ήσουν για αυτούς.”
Τότε μου ‘ρθε η ιδέα. Όχι “εκδίκηση” με τη στενή έννοια, αλλά να κάνω γνωστό σε όσους πρέπει τι είναι η Βίκυ στ’ αλήθεια. Χωρίς φωνές, χωρίς νεύρα. Κι έτσι, με υπομονή, άρχισα να μιλάω με παλιούς γνωστούς από το σινάφι, το ‘λεγα στην αρχή χαλαρά, χωρίς να βγάζω πίκρα, κάτι σαν “να ‘ξερες κι εσύ τι τράβηξα”. Κανένας δεν το πίστευε, στην αρχή – ο κόσμος δεν θέλει να χαλάσει την εικόνα που έχει για τους ανθρώπους.
Αλλά μετά, έτυχε – όποιος κάνει πονηριές, το ξέρεις, αργά ή γρήγορα τις πληρώνει. Τα διπλολογιστικά της Βίκυς άρχισαν να τα μυρίζονται κι άλλοι. Ένας πρώην συνεργάτης μού εκμυστηρεύτηκε πως είχε βγάλει απ’ τη μέση συνάδελφο για παρόμοιο λόγο. Άλλη μία κοπέλα που έφυγε από κει πέρσι, βγήκε να βρει δουλειά και της είχαν ήδη ρίξει κουτσομπολιό στην πιάτσα∙ κι αυτή είχε παρόμοια ιστορία με μένα.
Κάπως έτσι, με μια αλυσίδα από ψιθύρους, μαζεύτηκε σιγά σιγά ένα ολόκληρο νήμα γύρω απ’ το όνομά της. Κουβέντες που πέρναγαν από στόμα σε στόμα, μια απλή αμφιβολία που κόλλαγαν στα χαμόγελά της. Κάποιοι, από περιέργεια, άρχισαν να ψάχνουν λίγο παραπάνω τα βιβλία της, κι ένας γνωστός λογιστής που την ήξερε, άφησε να εννοηθεί ότι σύντομα μπορεί να ξεκινήσει και έλεγχος.
Δε σου λέω ψέματα – ποτέ δεν βγήκα να τη διαβάλλω ούτε να την κατηγορήσω ανοιχτά, δεν το είχα ανάγκη. Απλώς μίλησα όταν χρειάστηκε, ήρεμα και σταράτα, μόνο με όσους ξέρω ότι είχαν φάει κι αυτοί το ίδιο ψωμί. Το κλίμα άλλαξε. Το μαγαζί της άδειασε – αυτό ήταν που πόνεσε περισσότερο. Όλοι τώρα θυμόντουσαν κάτι περίεργο που τους είχε κάνει. Όλο και λιγότεροι κουβάλαγαν τα μαγικά της παραμύθια. Και η Βίκυ; Ακούγεται πως προσπαθεί να σταθεί, αλλά οι σκιές πολλές και η φήμη… αγκώνα που λένε δεν έχει.
Η δικαίωση δεν έχει ποτέ μεγάλα φώτα. Είναι σιωπή, ένα βάρος που φεύγει απ’ το στήθος, ένα βλέμμα που σου το σκάει κάποιος χωρίς ντροπή. Δεν ξέρω τι πίστεψες εσύ, κι ούτε θέλω να σου πω αν το άξιζε ή όχι. Αλλά κάθε φορά που συναντάω έναν απ’ το παλιό μαγαζί και μου χαμογελάει νευρικά, ξέρω πως, τουλάχιστον, η αλήθεια δεν θάφτηκε για πάντα.
Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μπάμπης.
