Η γνώση του διαδικτύου στα μάτια σου!

Ιστορίες Εκδικήσης – Ο Βαγγέλης, τα λάθη στο project και η ώρα της αλήθειας

Ξέρεις, δεν περίμενα ποτέ ότι θα φτάσω να πω τέτοια πράγματα δημόσια, αλλά να που μερικά απ’ αυτά που μας βαραίνουν, κάποτε πρέπει να τα ξομολογηθείς, ίσως για να ησυχάσουν τα φαντάσματα στο κεφάλι σου. Κι εμένα το δικό μου φάντασμα φορούσε γραβάτα και είχε το χαμόγελο της γάτας που ‘χει μόλις καταπιεί το καναρίνι – ναι, μιλάω για τον Βαγγέλη, τον πρώην προϊστάμενό μου.

Το σκηνικό παίχτηκε σ’ ένα μικρό τετραγωνάκι γραφείων στην Κυψέλη, το 2017. Ήμουν τρία χρόνια στη δουλειά, μια εταιρεία πληροφορικής που έκανε μαγικά με ψίχουλα, όπως κάνουμε πάρα πολλοί σ’ αυτή τη χώρα, για να βγουν οι μήνες. Ο Βαγγέλης, άνθρωπος φιλόδοξος, πάντα βιαστικός, πάντα κοστουμαρισμένος, τριβέλιζε παντού, έκανε και καλά πως ήξερε από τεχνολογία, μα το μόνο που ήξερε πραγματικά ήταν να ρουφάει ενέργεια απ’ όποιον είχε γύρω του. Εμένα με έβαλε στο μάτι νωρίς ότι “δούλευα πολύ, αλλά δεν διαφημιζόμουν αρκετά”.

Στην αρχή είχα πάρει μια προαγωγή γιατί δούλευα σαν το σκυλί. Αλλά, στην ίδια στιγμή που μου έσφιγγε το χέρι, είδα στα μάτια του αυτή τη σπίθα – “κάτι θέλω από σένα, θα δεις”. Κράτησα τα λόγια του μέσα μου, μαζί μ’ εκείνο το συναίσθημα πως κάτι στραβό ψηνόταν. Για σχεδόν ενάμιση χρόνο έσπρωχνα, διορθώνα κώδικες νύχτες, έπαιρνα τηλέφωνα πελάτες, έβρισκα λύσεις όταν όλοι τα σήκωναν ψηλά τα χέρια. Εγώ, ο καλός, ο αθόρυβος. Και μετά άρχισαν τα ψιλά γράμματα στη λαμογιά.

Ένα πρωί, μπαίνω γραφείο, μας πιάνει όλους ο Βαγγέλης και αρχίζει αινίγματα: “Ποιος είχε την ευθύνη προχτές για το μεγάλο λάθος στο project της τράπεζας;” Δεν ήξερα τίποτα, εγώ τότε ήμουν άρρωστος. Αλλά, έτσι όπως οι άλλοι κοιτούσαν χαμηλά, κατάλαβα ότι το στήσιμο είχε ξεκινήσει. Και ναι, μπήκε μπροστά και είπε ότι εγώ είχα “δώσει το λάθος input”, στην πραγματικότητα για μια δουλειά που είχε κάνει ο ίδιος, κι εγώ ήμουν απλώς απών.

Ξέρεις τι κάνει ο λάθος άνθρωπος σε τέτοια ώρα; Προσπαθεί να δικαιολογηθεί, να πει “μα εγώ έλειπα, να εδώ τα mails, αποδείξεις”. Αλλά δεν είχε νόημα. Η διάθεση είχε ήδη στραφεί εναντίον μου. Η ομάδα, οι “δικοί” μου, μαζεύτηκαν από φόβο και βούβοι. Έτσι έχασα την εμπιστοσύνη όλων, έμεινα με τα βλέμματα να με ρωτάνε “μήπως τα έκανες όντως μαντάρα;”

Τη μέρα που ανακοινώθηκε η αποπομπή μου από υπευθυνος, ήπια τρία κρασιά το βράδυ στον καναπέ μου. Δεν είπα τίποτα ούτε στη μάνα μου. Εγώ έφταιγα; Τι όχι; Μα το στομάχι μου το ένιωθα σφιγμένο. Και μέσα στη σιωπή, σκέφτηκα – εδώ θα μείνεις; Σ’ αυτό το φτύσιμο; Όχι, κάτι θα κάνεις, αλλά όχι όπως το φαντάζονται αυτοί.

Δεν μίλησα πια στον Βαγγέλη περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζονταν οι υποχρεώσεις. Το “καλημέρα” κι “αντίο”, τίποτα άλλο. Μάζεψα τη δουλειά μου, το πρόγραμμα καθαρό, ο κώδικας ό,τι πιο καθαρός. Αποτραβήχτηκα λίγο-λίγο, σαν να μην υπήρχα. Αυτόν τον καιρό, κανόνιζα το επόμενο βήμα, χωρίς να ξέρει κανείς τίποτα. Πήγαινα σε συνεντεύξεις, δούλευα βράδια σε δικό μου project, μάζευα αποδείξεις για τα πετραδάκια που άφηνε πίσω του – ψευτοϋπερωρίες, κάτι τιμολόγια με αεροπλανικά ποσά, mails που άλλαζε τις ευθύνες για τις γκάφες του.

Η στιγμή ήρθε μόνη της. Μια μέρα ήρθε η μεγάλη εταιρεία-πελάτης μας για έλεγχο – αυτοί που φέρναν το 70% του τζίρου. Στην παρουσίαση ήρθε κι ο Βαγγέλης, με το μπλαζέ πουκάμισό του, να λέει πόσο οργανωμένοι είμαστε, τι σούπερ που κυλάει η δουλειά. Εκείνη τη μέρα στα αλήθεια, ο κόσμος μου γύρισε όλος ανάποδα. Η επικεφαλής του ελέγχου ρωτάει ξαφνικά “μπορείτε να μας δείξετε τα logs χρήσης σας και ποιος έκανε τι, από τις τελευταίες αναφορές;” Ο Βαγγέλης κόμπιασε, και τότε εγώ – ψύχραιμος, χωρίς να Πανικοβληθώ – πετάγομαι και λέω “βέβαια, έχω κρατήσει backup για λόγους ασφαλείας, να τα δούμε τώρα”.

Βάζω, λοιπόν, μπροστά στον projector όλα τα logs. Εκεί μέσα ήταν ξεκάθαρο ποιος είχε αλλάξει τι, πότε και πώς – κι εκεί φαινόταν ότι τα κρίσιμα λάθη είχαν γίνει από τον λογαριασμό του Βαγγέλη, ενώ εγώ ήμουν άρρωστος και εκτός συστήματος τότε! Σιωπή στο δωμάτιο. Τον βλέπω, άσπρισε το πρόσωπό του, κι ένιωσε τον ιδρώτα να κυλάει, γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν κανένας για να τους κοροϊδέψεις.

Δεν είπα τίποτα παραπάνω. Δεν του επιτέθηκα. Μόνο έδειξα τα δεδομένα ήσυχα, και στο τέλος είπα “ελπίζω τώρα να λύσαμε το μπέρδεμα για το ποιος ήταν υπεύθυνος”. Μ’ ευχαρίστησαν, κι εκεί έμεινε στάση, σιωπή, μια βουβαμάρα που κράταγε ώρες. Τη μεθεπόμενη μέρα ανακοινώθηκε ότι ο Βαγγέλης απομακρύνεται για προσωπικούς λόγους και παίρνει άδεια “να ξεκαθαρίσει κάποιες παλιές υποθέσεις”. Στην ουσία τον έδιωξαν. Η ομάδα, σιγά-σιγά, ξανακοίταξε προς τα εμένα ανθρώπινα – δεν τους κράτησα κακία, αλλά δεν ξέχασα.

Σ’ αυτή τη δουλειά, πολλά λες και πολλά θάβεις. Αλλά το αίσθημα όταν βγαίνεις στο φως κι αφήνεις τα στοιχεία να μιλήσουν για σένα, δύσκολα το ξεχνάς. Δεν φώναξα, δεν εκδικήθηκα με φτηνό τρόπο, μόνο έστησα σιωπηλά τα ντοκουμέντα και περίμενα τη μέρα που το σάπιο θα βγει στη φόρα μόνο του. Γι’ αυτό σου λέω: μερικές φορές, αρκεί μια μικρή αλήθεια, σωστά ειπωμένη, για να αποδώσει δικαιοσύνη εκεί που χτύπησες δυο χρόνια τα μούτρα σου στον τοίχο.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Κώστας.

You might also like