Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδικήσης – Η σιωπηλή πτώση του ανθρώπου του αφεντικού

Θα σας πω κάτι που δεν το έχω πει ούτε στον καλύτερό μου φίλο. Γιατί τέτοια πράγματα, όταν σου συμβαίνουν, δεν είναι να τα βγάζεις δημοσίως. Ούτε για ιστορίες του καφενείου κάνουν, εκτός αν θέλεις να σε κοιτάνε όλοι με μισό μάτι ή να ψάχνει ο καθένας την δική του «μικρή εκδίκηση» στη ζωή του.

Όλα ξεκίνησαν πριν πέντε χρόνια, σε μια εταιρεία μεταφορών στον Ασπρόπυργο, που δούλευα σαν υπεύθυνος αποθήκης. Ο Γιώργος, δύο χρόνια μεγαλύτερός μου, ήταν ο λεγόμενος «άνθρωπος του αφεντικού». Εκείνος που πάντα κάτι ήξερε παραπάνω, που όταν πήγαινες να πεις τη γνώμη σου γελούσε με το γνωστό συγκαταβατικό ύφος, έτσι που να νιώθεις πως λες χαζομάρες. Εμένα προσωπικά, με αντιμετώπιζε μονίμως σαν βοηθό του – παρόλο που τρέχαμε το ίδιο – αλλά αυτό δεν ήταν το πρόβλημα. Ήμουν μαθημένος να δουλεύω σκληρά. Κάποια στιγμή, όμως, τα πράγματα ξέφυγαν από ένα απλό κλίμα ανταγωνισμού.

Στη δουλειά πάντα κρατάω ένα χαμηλό προφίλ. Μιλάω μόνο με λίγους, δεν φωνάζω, δεν κουτσομπολεύω. Ίσως αυτό να εκμεταλλεύτηκε ο Γιώργος, όταν είδε ότι ετοιμάζεται θέση επόπτη κι ήθελε να τη βουτήξει μόνος του, χωρίς αντιπάλους. Άρχισε λοιπόν σιγά-σιγά, ύπουλα. Κάνα δυο φορές πέταξε κάτι υπονοούμενα μπροστά στους ανωτέρους, ότι «εγώ κοιμάμαι στη βάρδια» ή ότι «κάνω τα στραβά μάτια» σε κάτι καθυστερήσεις. Εγώ γελούσα, οι άλλοι ψιλογελούσαν κι αυτοί, οπότε το άφησα. Ένα βράδυ, όμως, ενώ έλειπε το αφεντικό κι έπεσαν κάτι κιβώτια, άρχισε να φωνάζει μπροστά σε όλους: «Εγώ τα γλιτώνω πάντα, ε; Λες και είμαι απ’ έξω…». Ένιωσα να βράζω, αλλά πάλι το κατάπια.

Την επόμενη εβδομάδα, ο καινούργιος λογιστής μού έρχεται μ’ έναν φάκελο στο χέρι και μου ζητά να υπογράψω κάτι εντάλματα για παραλαβή εμπορεύματος που δήθεν δεν είχε ελεγχθεί. Ξεκάθαρα παρατυπία. Του λέω: «Εγώ τέτοια δεν τα υπογράφω». Το ξεχνώ για μια δυο μέρες. Το απόγευμα με φώναξε το αφεντικό. «Έμαθα ότι μπαίνεις στα γραφεία και πας να αλλάξεις τα χαρτιά. Ποιος σου είπε να μπλέκεις;» Τα χάσα. Πάγωσε το αίμα μου. Εκείνη τη στιγμή γυρίζει ο Γιώργος, δήθεν αδιάφορος, κι είπε το αμίμητο: «Εγώ απλά του είπα τι πρέπει να γίνει για να κρατάμε τη δουλειά». Εκεί κατάλαβα. Είχε ήδη ετοιμάσει το έδαφος να πάρει τη θέση μου, να με εμφανίσει και βλάκα και ύποπτο.

Δεν είναι και μικρό πράγμα να φύγεις στιγματισμένος από δουλειά στα 40 σου. Όλο εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Αλλά δεν ήθελα – ούτε μπορούσα – να τα σπάσω. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να περιμένω και να στήσω τη δική μου άμυνα. Να δω ποιος είναι ποιος.

Μια-δυο φορές πήγα να μιλήσω κι εγώ στους ανωτέρους, να πω τη δική μου αλήθεια. Κάτι μου έλεγε να μη το κάνω. Δεν δίνει σημασία κανείς αν βγεις και λες ότι «ο τάδε με συκοφαντεί». Μόνο αν πιαστεί ο άλλος στα πράσα ακούνε. Έτσι, τρώγοντας το σαράκι, έβαλα στόχο να περιμένω. Να περιμένω τη στιγμή που εκείνος θα ένιωθε σίγουρος. Γιατί ήξερα πως αργά ή γρήγορα το δικό του θράσος θα τον πρόδιδε.

Όταν ήρθε η άνοιξη, ο Γιώργος είχε πιάσει ήδη τη μισή αποθήκη με το μέρος του. Τους έταζε ότι θα τους έκανε προϊστάμενους στις γραμμές αν έβγαινε εκείνος επόπτης, τους έλεγε ότι έχει και «μέσα» στα κεντρικά. Μια Τρίτη μπαίνω σιωπηλά στο γραφείο απογραφής και τον ακούω να μιλάει στο τηλέφωνο: «…όχι, μωρέ, δεν έχουν υπογράψει τίποτα, δικά μου είναι αυτά…» Από δίπλα βλέπω ανοιχτά κάτι excel – μονταρισμένα πρόχειρα, καραμπινάτη κομπίνα. Αυτό που λέμε, «κεράσι στην τούρτα».

Δε μίλησα. Απλά πήρα μια φωτογραφία με το κινητό (δικό του λάπτοπ ήταν – μέσα στην εταιρία, αλλά με προσωπική χρήση). Δεν ήξερα ακριβώς τι να κάνω. Σκέφτηκα απλά να το δείξω στο αφεντικό και να τη βγάλω καθαρή. Όμως αν το έκανα, όλοι θα μου χρέωναν ότι «τον έδωσα». Κι εγώ δεν κάνω τέτοια. Θέλω να τον πιάσουν μόνοι τους, όπως ακριβώς έχτισε εκείνος τη δική μου παγίδα. Μπήκα λοιπόν στη διαδικασία να συμμαζέψω ό,τι χαρτιά έβρισκα το επόμενο διάστημα. Ό,τι έβλεπα σαν παράξενο, τα έβαζα στην άκρη. Έμαθα ποιους είχε βάλει να επικυρώνουν ψεύτικες επιστροφές, ποιος άκουγε τι έλεγε στην καντίνα, ποιους προσπάθησε να βάλει στο κόλπο. Χωρίς φασαρία, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Χαμηλά, ήσυχα και λαϊκά.

Ένα μεσημέρι, κάτσαμε για τσιγάρο έξω. Τον πιάνω χαλαρά, φιλικά, και του λέω: «Ρε συ, κάτι γίνεται σ’ αυτή τη δουλειά και κάπου θα τη φάμε όλοι στο τέλος. Κοίτα να προσέχεις.» Αυτός ενοχλήθηκε, δεν το περίμενε – γύρισε και μου πέταξε ότι «δεν ξέρει τίποτα», μα τα μάτια του πέταξαν σπίθες.

Την επόμενη εβδομάδα μαθαίνω πως θα έρθουν ελεγκτές από την Αθήνα. Δεν ήξερε κανείς ακριβώς πότε. Ήξερα μόνο ότι κάποιοι “έξυπνοι” θα τρέξουν να μαζέψουν ίχνη, άλλοι θα το παίξουν ανήξεροι. Εγώ έμεινα στη θέση μου, έβγαλα ήσυχα δύο χαρτιά που μου είχε ζητήσει το αφεντικό – έτσι, για να είναι στρωμένο το χώρο. Όταν ήρθαν οι ελεγκτές, άρχισαν τα συνήθη: άγχος, ιδρώτας, μισόλογα από όλους όσους ήταν μέσα στο κόλπο. Ο Γιώργος πρώτο τραπέζι, χαμογελαστός. Έκανε πως φτιάχνει τα ντοσιέ, κάνοντας ότι βοηθάει. Ξαφνικά ένας από τους ελεγκτές γύρισε και μου λέει: «Έχεις δει κάτι παράξενο το τελευταίο διάστημα;» Τον κοιτάω στα μάτια. Ήταν εκεί κι ο Γιώργος. «Εγώ…; Ό,τι βλέπετε, εδώ είναι». Δεν είπα τίποτα παραπάνω, δεν έδωσα ονόματα, ούτε φωτογραφίες, ούτε αποδείξεις. Ούτε στάθηκα να κατηγορήσω. Αλλά ο ελεγκτής ήξερε να διαβάζει βλέμματα κι εκείνη τη μέρα, αυτό ήταν αρκετό.

Πέρασαν τρεις μέρες και στο τέλος της εβδομάδας ο Γιώργος αναγκάστηκε να παραδώσει τα κλειδιά. Έφυγε από μόνος του, χωρίς πολλά λόγια. Ήξερε ότι ο κύκλος του έκλεισε. Δεν έφτασα να τον καρφώσω, ούτε χρειάστηκε να κάνω φασαρία. Οι ίδιοι που τον στήριζαν, ήρθαν μετά από ένα μήνα και με ρώτησαν αν «όλα καλά εκεί μέσα». Κανείς τους δεν με ξαναπήρε αψήφιστα. Ούτε κι εγώ χρειάστηκε να πω κάτι για όσα έγιναν – πέρασαν, πέρασαν.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Νίκος.

You might also like