Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Το πάρτι γενεθλίων που αποκάλυψε την προδοσία του Νίκου και της Αλεξάνδρας

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που κατάλαβα τι σημαίνει «στη φέρνει από πίσω φίλος». Δεν λέω μεγάλα λόγια – για μένα ο Νίκος ήταν σαν αδερφός. Πάνω από δέκα χρόνια παρέα, από το λύκειο μέχρι τα πρώτα σκληρά μεροκάματα της ζωής. Του έλεγα τα πάντα: αγάπες, νεύρα, χαρές, προβλήματα. Ε, σ’ αυτόν πέρασα και την πρώτη μεγάλη καψούρα της ζωής μου, με την Αλεξάνδρα. Εκείνη η σχέση… με ‘χε κάνει μισό άνθρωπο και μισό βλάκα, όσο ήμουν μέσα, δεν έβλεπα τίποτα καθαρά.

Η ιστορία αυτή είχε για φόντο την Κυψέλη, γύρω στο 2018, λίγο πριν σκάσει η πανδημία. Όλα τότε κυλούσαν σαν να ήταν δεδομένα: ξέρεις, καθημερινό τσιγάρο στο μπαλκόνι με τον Νίκο, καφέδες στον Κεραμεικό, βραδιές μπιρίμπα και ξεφτίλα, λίγο αλητεία, αλλά οικογένεια. Η Αλεξάνδρα ήρθε στη ζωή μου από το πουθενά, μα σε χρόνο μηδέν έγινε το κέντρο μου. Μας σύστησε ο Νίκος, γιατί, λέει, την ήξερε τόσα χρόνια· κι εγώ, παγιδευμένος στα νερά της, δεν έβλεπα ούτε όσα ήταν μπροστά στα μάτια μου.

Το «γινόταν» το έμαθα τυχαία. Επειδή αν με ρωτήσεις σήμερα, πώς νιώθεις όταν καταρρέει κάτι που νόμιζες σταθερό, θα σου πω: είναι σαν να ξυπνάς ένα πρωί και να μην υπάρχει πάτωμα κάτω απ’ τα πόδια σου. Ένα βράδυ, λοιπόν, – ούτε που το σκέφτηκα να ψάξω – γύριζα σπίτι νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο, γιατί κάτι με ενοχλούσε στο στομάχι. Ανεβαίνω, μπαίνω μέσα… και βλέπω κάτι μήνυματα στο ανοιχτό της λάπτοπ. Επανωτές συνομιλίες με τον Νίκο, απ’ το μεσημεράκι: «Να το κανονίσουμε για αύριο;», «Μου λείπεις.», «Σε φιλώ εκεί που ξέρω.» Μου κόπηκε η ανάσα. Δεν τους συνέλαβα, δεν φωνάξαμε, δεν έγινε καβγάς – απλώς βούτηξα, ρε φίλε, όταν κατάλαβα τι γινόταν στα κρυφά πίσω απ’ την πλάτη μου, και το κράτησα μέσα μου βουβά.

Το πρώτο μου ένστικτο ήταν να ουρλιάξω. Να γκρεμίσω τα πάντα, να πετάξω τα πράγματά της στο δρόμο, να πιάσω τον Νίκο και να του ρίξω δύο χαστούκια για να ηρεμήσει. Αλλά κάτι με κράτησε. Ένα σιωπηλό καμπανάκι μέσα μου. Δεν ήθελα να το κάνω φασαρία. Ήθελα να το τιμωρήσω αλλιώς: να ζήσουν με το βάρος των πράξεών τους, να τους φέρω σε δύσκολη θέση εκεί που δεν το περιμένουν. Ήξερα ότι ήταν θρασύδειλοι – δεν περίμενα δίκαιη αντιμετώπιση στα ίσα. Το κράτησα λοιπόν κρυφό, σαν πέτρα στο στομάχι, για κάμποσους μήνες. Φερόμουν φυσιολογικά, τάχα δεν ήξερα τίποτα: τα μπυρόνια μας, λίγο χαβαλές με τον Νίκο, κάτι παγωμένες συναντήσεις με την Αλεξάνδρα. Πιο πολύ τους παρακολουθούσα όμως, έβλεπα μικρές ματιές, λαθραίες χαρές, ψευδοχαμόγελα μεταξύ τους. Όλα τα μάζευα – ό,τι δεν καταλαβαίνει το μάτι, το πιάνει η διαίσθηση.

Κι όσο εγώ έκανα ότι δεν ήξερα, τόσο εκείνοι ένιωθαν ασφαλείς – και χαλάρωναν. Μπήκαν ακόμα πιο βαθιά στο ψέμα τους. Τότε κατάλαβα ότι αν φτάσω στο τέλος της υπομονής μου, θα έπαιρνα μαζί μου όλη την υποκρισία τους, δημόσια.

Η ευκαιρία ήρθε απ’ εκεί που δεν το περίμενα. Ο Νίκος διοργάνωνε κάθε χρόνο ένα μικρό πάρτι γενεθλίων σπίτι του, με τους κλασικούς: παρέες από τη δουλειά, παλιοί συμμαθητές, φίλοι των φίλων. Το ήξερα το σκηνικό, γνώριζα κάθε τύπο που θα εμφανιζόταν – έβλεπα στα πρόσωπα άλλων τη δική μου ιστορία να χάνεται. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να διαλέξω σωστά το πότε και το πώς.

Μπάινω στο πάρτι, μισό χαμόγελο, μισό αμηχανία, με σκέψη καθαρή. Μπήκαν όλοι στο mood, έπιναν, γελούσαν, έπαιζαν μουσικές. Εγώ περίμενα υπομονετικά, να στρώσει λίγο η βραδιά, να χαμηλώσουν οι άμυνες. Κάποια στιγμή, η Αλεξάνδρα δίπλα στον Νίκο, δίπλα μου κι εγώ, να σχολιάζουμε κάτι βλακείες στο τραπέζι. Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο χαλαρή που αν την εκμεταλλευόμουν, οι ίδιοι θα ξεμπρόστιζαν τον εαυτό τους.

Δεν έκανα σκηνή. Ούτε φώναξα. Περίμενα να έρθει η ώρα των «λύσεων»: όταν ξεκίνησαν τα κλασικά «και ποιος θα κάνει το επόμενο σφηνάκι;», άρχισα με τα γνωστά πειράγματα: «Άντε ρε Νίκο, έπιασες λαβράκι φέτος! Η Αλεξάνδρα σε έχει κάνει άλλο άνθρωπο…» Όλοι γελούσαν, δεν ήξεραν. Η Αλεξάνδρα πετάχτηκε, τάχα αμήχανη: «Έλα μωρέ, είμαστε φίλοι απ’ τα παλιά…» Γυρνάω και λέω δήθεν αθώα: «Ναι, καλά, το ξέρω, άλλωστε και τα μηνύματα που μου έστειλαν κατά λάθος το αποδεικνύουν. Είστε ό,τι πιο ωραίο έχω δει κρυφά – σας συγχαίρω.» Έγινε παύση. Ήχος νεκρικής σιγής για ένα λεπτό. Με κοιτάνε όλοι, δεν μιλάει κανείς. Ο Νίκος έσπασε το βλέμμα, η Αλεξάνδρα προσπάθησε κάτι να πει, κόμπιασε.

Δεν είχα τίποτα άλλο να πω. Σηκώθηκα, τους ευχήθηκα να είναι καλά μαζί, κι έφυγα με το κεφάλι ψηλά. Έξω, κατέβηκα τα σκαλιά, περίμενα λίγο πριν πάρω ταξί – κι εκεί άκουσα τις φωνές από το σπίτι να ξεσπάνε, να ψάχνουν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Το πάρτι διαλύθηκε, η αλήθεια ήρθε στο φως αθόρυβα κι αμετάκλητα. Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ ούτε με τον Νίκο ούτε με την Αλεξάνδρα. Έτρεχαν οι δυο τους να τα μπαλώσουν με τους υπόλοιπους φίλους – μα η Κυψέλη είναι μικρή, και οι κουβέντες περνάνε απ’ όλους.

Δικαιώθηκα; Δεν ξέρω. Δεν χάρηκα. Αλλά, ναι, ένιωσα μια ησυχία – σαν να ελευθερώθηκα απ’ ένα βάρος που έπρεπε να κουβαλήσω μέχρι τέλους αφότου με πούλησαν οι δικοί μου.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Θανάσης.

You might also like