Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Το ήσυχο ξεσκέπασμα της Γιώτας στο λογιστικό του Περιστερίου

Ξέρεις κάτι; Υπάρχουν στιγμές που ακόμα και το πιο μικρό ψέμα μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή. Εμένα αυτό το κατάλαβα εκείνο το καλοκαίρι, πίσω στο ’19, όταν έμαθα τι πραγματικά είναι να σε κοροϊδεύουν στα μούτρα σου. Να κρατάς κάτι μέσα σου, να μην μπορείς να το πεις πουθενά, και να το κουβαλάς σαν πέτρα στο στομάχι σου κάθε φορά που χαμογελάς στους ίδιους ανθρώπους που σε έχουν τσακίσει.

Ήταν η Γιώτα. Γύρω στα τριάντα, καλοσυνάτη φαινόταν, και δουλεύαμε μαζί σ’ ένα μικρό λογιστικό στο Περιστέρι. Σ’ αυτό το γραφείο, λοιπόν, ήμασταν λίγοι και καλοί, λέγαμε. Όλοι ειρηνικοί τάχα, με σπιτικά κεράσματα, αστεία και πειράγματα στους διαδρόμους. Αλλά με τον καιρό κατάλαβα ότι μερικοί γελάνε μόνο μπροστά σου – από πίσω σου σου σκάβουν το λάκκο.

Γνώρισα τη Γιώτα όταν ήμουν μόλις πέντε μήνες στη δουλειά. Μου έδειξε την πιάτσα, με πρόσεξε – έτσι νόμιζα. Βγαίναμε για τσιγάρο, μου εκμυστηρεύτηκε πράγματα της καθημερινότητάς της, με έκανε να νιώθω “δικός” της. Νομίζω σε όλους έτσι το έκανε, αλλά τότε δεν έβλεπα καθαρά. Και ενώ όλα φαίνονταν καλά, οι μικρές λεπτομέρειες στην καθημερινότητα σιγά σιγά άρχισαν να σχηματίζουν ένα περίεργο πάζλ.

Βλέπεις, για ένα διάστημα άρχισα να παρατηρώ ότι η προϊσταμένη μου, η κα Πόπη, με κοιτούσε κάπως και τα “μπράβο” της γινόντουσαν ολοένα και λιγότερα. Έριχνα το φταίξιμο στον εαυτό μου – αγχώθηκα, σταμάτησα τα αστεία, δούλευα υπερωρίες, αλλά τίποτα. Σύντομα, άρχισαν να μου φορτώνουν όλες τις δουλειές που κανείς δεν ήθελε: χειρόγραφα τιμολόγια, ψιλά λογιστικά λάθη άλλων, ακόμα και τα delivery – εγώ. Ούτε “ευχαριστώ”.

Ένα βράδυ, λίγο πριν το κλείσιμο, έτυχε και γύρισα στο γραφείο γιατί ξέχασα τα ακουστικά μου. Άκουσα φωνές από το μικρό κουζινάκι και αναγνώρισα αμέσως τη Γιώτα και την Πόπη. Εκεί, χωρίς να με δουν, άκουσα τη φωνή της να λέει «Α, άστον αυτόν, δεν το έχει… εγώ τα διορθώνω όλα του… αν δεν ήμουν εγώ, θα τα είχατε κάνει μαντάρα εδώ μέσα». Δεν με πείραξε τόσο που το έλεγε – με πείραξε ότι ήταν ψέματα. Τα δικά μου είχαν γίνει παράδειγμα για τους καινούριους, δουλειές που με έβαζε να κάνω εκείνη, και τώρα έλεγε ότι όλες οι επιτυχίες της ήταν δικές της.

Έφυγα ήσυχα, δε μίλησα σε κανέναν. Αυτή η ντροπή, η αίσθηση ότι κάποιος “απολαμβάνει” να γκρεμίζει ό,τι χτίζεις, με έπνιξε. Από εκείνη τη βραδιά αποφάσισα ότι δεν θα αντιδράσω αμέσως. Θα κάτσω να δω πόσο πάει το ψέμα.

Τις επόμενες εβδομάδες κράτησα το στόμα μου κλειστό. Δεν παραπονέθηκα σε κανέναν. Παρατηρούσα. Κάθε φορά που μου έδινε “μυστικά” για το τι λέει η προϊσταμένη, σημείωνα τα δικά της λόγια. Άρχισα να κρατάω αρχείο με τις εργασίες μου, ημερομηνίες, ποιος έκανε τι, ακόμα και τις λεπτομέρειες σε email. Έκανα ακριβώς ό,τι ήθελε, αλλά με τον δικό μου ρυθμό. Αντί να διορθώνω ήσυχα τα δικά της λάθη όπως πριν, άφηνα διακριτικά να φαίνονται χωρίς να τη “δώσω στεγνά”. Όπου χρειαζόταν να ρωτήσω κάτι στην ομάδα, το ρωτούσα φωναχτά, για να υπάρχει διαφάνεια, όχι “ψεμματακια” και ψίθυροι.

Με τον καιρό, ένα-ένα τα “δικά μου λάθη” άρχισαν να γίνονται “δικά της”. Έβγαιναν σε περιστατικά που κάποιος γκρίνιαζε για έξτρα φόρτο ή άφηνε δουλειά στη μέση για εμένα “που τα κάνει όλα καλά” – έτσι έλεγε, για να πετάξει το μπαλάκι, αλλά αυτή τη φορά όλοι είχαν δει το ποιος πραγματικά έσωζε καταστάσεις και ποιος πρόσθετε μπελάδες.

Στη δουλειά μας ήρθε νέο project, κάπως σημαντικό, και η Πόπη ήθελε να φτιάξει μια ομάδα “δυνατή για το γραφείο”. Η Γιώτα είχε κάνει πάλι τις κινήσεις της “από πριν”, αλλά αυτή τη φορά ήμουν προετοιμασμένος. Όταν μας φώναξε όλους στο μικρό γραφείο της, για να πει ποιος θα ηγηθεί, με ρώτησε παρουσία όλων αν μπορώ να αποδείξω ποια είναι τα καθήκοντά μου και πώς δούλεψα. Έβγαλα το αρχείο μου. Έδειξα τα emails με την ώρα αποστολής, τις αλλαγές, τις διορθώσεις που είχα κάνει και τις σημειώσεις που είχα αφήσει διακριτικά. Δεν έδειξα τη Γιώτα – απλά άφησα τα στοιχεία να μιλήσουν μόνα τους. Και τότε, μπροστά σε όλους, πάγωσε λίγο το βλέμμα της, γιατί ήταν ολοφάνερο πια.

Δεν έγινε κάποια τρανταχτή σύγκρουση, κανένας καβγάς. Συμμαζεύτηκε ήσυχα-ήσυχα και για ένα διάστημα έκοψε τα “δάγκωματάκια” και τα ψέματα. Σ’ εκείνο το project, πρώτος την επέλεξα ως βοηθό μου. Δεν της έκανα υποδείξεις μπροστά σε άλλους, ούτε την μειωσα. Τη στήριξα μάλιστα, για να δει όλη η ομάδα πώς συμπεριφέρομαι.

Ένα πρωί, πολύ αργότερα, ήρθε μόνη της, με πήρε παράμερα και μ’ ένα μάτι λίγο υγρό μου ψιθύρισε, “Τα ήξερα όλα. Σε παρακάλεσα μέσα μου να μην το καταλάβεις, αλλά είχες δίκιο. Το κατάλαβες νωρίτερα απ’ όλους.”

Ένα περίεργο πράγμα: ναι, ένιωσα ικανοποίηση. Αλλά όχι από κακία – ήταν λες και γύρισε το τραπέζι εκεί που ανήκε. Είχα παίξει το παιχνίδι πιο ήσυχα, πιο έξυπνα, χωρίς να τσαλακωθεί κανείς ανεπανόρθωτα. Από τότε, το γραφείο άλλαξε. Περισσότερη διαφάνεια, λιγότερες υπόγειες διαδρομές. Και εγώ, έμαθα να ακούω περισσότερο και να μιλάω λιγότερο – μέχρι να έρθει η ώρα να μιλήσω πραγματικά.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μάριος.

You might also like