Serfare.com - Ερωτικές, Τρομακτικές, Οικογενειακές, Tifu, Aita Ιστορίες

Ιστορίες Εκδίκησης – Πώς ξεσκέπασα το αφεντικό που μου έκλεβε τη δουλειά

Δεν ξέρω αν έχεις νιώσει ποτέ εκείνη τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι σου έφαγαν το φιλότιμο. Όχι, δεν μιλάω για απλούς τσακωμούς ή παρεξηγήσεις. Μιλάω για εκείνη τη βαθιά, αργή αίσθηση πως κάποιος που εμπιστεύτηκες σε κοροϊδεύει κατάμουτρα, με χαμόγελο, για μήνες. Και η χειρότερη προδοσία είναι πάντα, πάντα, από δικούς σου ανθρώπους.

Ήταν πριν πέντε χρόνια, στην Αθήνα – ακόμα κουβαλάω τις σκιές εκείνου του καλοκαιριού. Εγώ τότε είχα πιει το πικρό ποτήρι της ανεργίας, αλλά πιάστηκα απ’ το ζωνάρι και πήρα δουλειά σε εταιρεία λογισμικού. Το αφεντικό λεγόταν Κώστας, γύρω στα σαράντα, φαινομενικά κύριος – κουστουμάκι, αστεία για να χαλαρώνει το κλίμα, και πάντα εκείνο το «μην ανησυχείς, εμείς εδώ είμαστε οικογένεια». Αν ήξερες τι σημαίνει «οικογένεια» σε ελληνική εταιρεία, θα ‘χες φρικάρει.

Στην αρχή όλα πήγαιναν ρολόι, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Εγώ δούλευα σαν το σκυλί, έφερνα ιδέες, ξενύχταγα, ξέχναγα μερικές φορές να φάω – για το project που ο Κώστας επέμενε πως θα ήταν «η μεγάλη μας ευκαιρία». Εκείνος, χαμογελαστός πάντα, μου ‘λεγε μπράβο και μεγάλα λόγια. Απ’ το πολύ το μπράβο, στο τέλος το πίστεψα. Άρχισαν να με βάζουν στις συναντήσεις με τους «μεγάλους πελάτες», εγώ να εξηγώ, να παρουσιάζω, να λύνω τα τεχνικά, κι ο Κώστας μόνο να νεύει από δίπλα σαν αυτοκόλλητο.

Δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ώσπου ήρθε η μέρα της ανακοίνωσης. Γυρνάει ο Κώστας, μας μαζεύει όλους και ανακοινώνει το νέο προϊόν. Χαρές, χειροκροτήματα… Όλο το μαγαζί μου χτυπά την πλάτη. Μετά, βγάζει και τους «συντελεστές» στην παρουσίαση, δηλαδή τον εαυτό του, τον συνεργάτη του και… άντε, αναφέρει το τμήμα που δούλευα μια φορά στα πεταχτά.

Ούτε λόγος για το ποιος καθόταν μερόνυχτα, ούτε καν το όνομά μου. Έκανα μόκο. Μούδιασα. Ήταν μπροστά όλο το γραφείο, ομάδα, πελάτες – κι όμως, ήμουν αόρατος. Ένιωσα κρύα τη φωνή μου, να μη βγαίνει. Κατάπια το θυμό μου. Πήρα το μεροκάματο και γύρισα σπίτι με ένα κεφάλι έτοιμο να σπάσει.

Έπνιξα την αγανάκτηση. Έκανα καιρό να πω λέξη. Η κοπέλα μου με ρώταγε, «τι έχεις;», πού να εξηγείς. Κάθε μέρα πήγαινα γραφείο, έριχνα το κεφάλι και δούλευα σαν πριν, αλλά είχα παγώσει. Έβλεπα τον Κώστα να με προσπερνά στα διαλείμματα, να παίρνει όλη τη δόξα και να καμαρώνει για τα δικά μου λόγια και τη δική μου ιδέα. Οι φιλοφρονήσεις του τώρα ήταν ξεψυχισμένες, μηχανικές. Εγώ κλείστηκα στον εαυτό μου και σταμάτησα να συμμετέχω τόσο.

Έβαλα τα πράγματα κάτω κι άρχισα να ψάχνω. Δεν έβγαζε πουθενά αν το έκανα φασαρία κατευθείαν. Αν θύμωνα, θα με ξεφορτωνόταν στην πρώτη στραβή. Έπρεπε να περιμένω, ήσυχος, να δω εκείνος τι άλλο θα έκανε.

Τον παρατηρούσα σιωπηλά πια. Είχε ένα τρόπο να λασπώνει τους γύρω του, να παίρνει ιδέες και να τις παρουσιάζει στο αφεντικό του σαν δικές του. Όποτε ζητούσα βοήθεια ή ανέφερα πως κάτι δεν πάει καλά, με καθησύχαζε, «άσ’ τα σ’ εμένα». Μάλιστα, έστησε και τη φήμη πως εγώ δεν μπορούσα να διαχειριστώ μεγάλους πελάτες μόνος μου – ενώ όσους παρουσίασα εγώ, τους κράτησε για πάρτη του.

Τότε αποφάσισα να παίξω το παιχνίδι του, αλλά καλύτερα. Έγραψα τις δικές μου αναφορές, κράτησα αποδείξεις για τα πάντα, φρόντισα να μιλώ πάντα θετικά μπροστά σε όλους και να φαίνομαι διακριτικά, αλλά σταθερά, κάθε φορά που υπήρχε επιτυχία με τη δική μου υπογραφή. Τους επόμενους μήνες, άρχισα να καλώ κατευθείαν δυο–τρεις πελάτες μου για προσωπικά μίτινγκ, χωρίς τον Κώστα. Έφερνα πάντα αποτελέσματα, έκανα τη «δουλίτσα», χωρίς ανάσα, και φρόντιζα να ενημερώνω διακριτικά – μα επίσημα – τα ανώτερα στελέχη.

Με πήραν κάποια στιγμή χαμπάρι. Μια μέρα με φωνάζει ο CFO – πρώτη φορά. «Βλέπουμε σημαντική βελτίωση από τη μεριά σου, γιατί δεν το συζητάμε;» Ψύχραιμος εγώ, του διηγούμαι όσα μπορούσα χωρίς να θάψω κανέναν, αλλά αφήνω μερικά πράγματα να εννοούνται.

Ο Κώστας δεν έκρυψε την ενόχληση – το είδα στα μάτια του. Κατάλαβε ότι άρχισαν να βλέπουν το δικό μου πρόσωπο, όχι το δικό του. Έγινε πιο απότομος, προσπαθούσε να περνάει ιδέες μου για δικές του, αλλά τώρα όλοι κοίταζαν σε μένα για τη συνέχεια.

Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, εμφανίστηκε ένα καινούργιο project, κομβικό για την εταιρεία. Ο Κώστας κατέθεσε πρόταση – μια πρόταση που ήταν ό,τι είχα πει εγώ στο προηγούμενο meeting. Όλως τυχαίως, τώρα ήταν γραπτή και με το όνομά του. Εγώ όμως κρατούσα όλα τα e-mail, όλα τα drafts, όλα τα voice notes. Ένα πρωί, μεγάλη σύσκεψη με όλη τη διεύθυνση – φέρνουν τον Κώστα να παρουσιάσει. Αφού τελειώνει, σηκώνομαι ήσυχα, δείχνω τις σημειώσεις μου («υπάρχουν μερικές προσθήκες που αναφέραμε αρχικά»…), βγάζω στο φως όλο το ιστορικό, τις ημερομηνίες, το ποιος είχε την ιδέα και πότε. Καθόλου επιθετικά – σχεδόν σαν να του δίνω τα εύσημα για τη δουλειά που ΕΓΩ είχα κάνει πρώτο εγώ μήνες πριν.

Μια αμήχανη σιωπή έπεσε στην αίθουσα. Ο CFO με ρώτησε κάτι τεχνικό που μόνο εγώ μπορούσα να απαντήσω. Ο Κώστας δεν ήξερε λεπτομέρειες. Το αφεντικό κοιτούσε εμένα. Τα credits μου άρχισαν να φαίνονται σε κάθε project. Κανείς δεν έκανε φασαρία. Μέσα σε λίγες βδομάδες, σταμάτησε να με παίρνει μαζί του σε παρουσιάσεις. Άρχισε να απομονώνεται. Το αφεντικό του πρότεινε μια άλλη θέση – φωτεινά χαμόγελα, κλειστό γραφείο, αλλά όχι projects. Εγώ πήρα προαγωγή, έτσι απλά.

Δεν πανηγύρισα, ούτε είπα κάτι σε κανέναν. Μόνο το χώνεψα σιωπηλά, το πως αν περιμένεις, κρατήσεις ψυχραιμία κι έχεις τα ντοκουμέντα σου, στο τέλος πάντα φαίνεται ποιος κάνει τη δουλειά. Δεν ικανοποιήθηκα, ούτε χαμογέλασα πλατιά. Αλλά έβλεπα τον Κώστα να με αποφεύγει στους διαδρόμους, χωρίς τα γελάκια και τις δήθεν αγκαλιές, και κάτι μέσα μου ένιωθε ότι ίσως και να πήρα πίσω λίγο απ’ αυτό που μου χρωστούσαν.

Αυτή την ιστορία μας την έστειλε ο Μιχάλης.

You might also like